Με καθυστέρηση ενός χρόνου ανακοινώθηκε η κατάργηση του Εθνικού Κέντρου Θεάτρου και Χορού, που ενώ τελούσε σε απόλυτη αδράνεια, τα έξοδα και οι μισθοί τρέχανε. Ο οργανισμός αυτός, που σπατάλησε πολλά χρήματα και καθόλου δεν ωφέλησε το θέατρο η τον χορό, ήταν έργο του τότε υπουργού πολιτισμού Γιώργου Βουλγαράκη, που θα τον θυμόμαστε και για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου, για τις offshore εταιρείες του και για το μεγαλοφυούς σύλληψης σχέδιο να ιδρύσει ανεξάρτητο οργανισμό με πολλά φιλόδοξα σχέδια για την πρόοδο του θεάτρου. Πρόεδρο διόρισε τον επιχειρηματία, εκδότη, αντιπρόσωπο οίκων οπλικών συστημάτων Γιώργο Δραγώνα και νομίζω πως τα πεπραγμένα του οργανισμού αρκούν για να αξιολογήσουν το έργο του ΕΚΕΘΕΧ, ώστε να μην χρειαστεί να διακινδυνεύσουμε σχολιάζοντας το ασυμβίβαστο θεάτρου και χορού με τις επαγγελματικές ιδιότητες του προέδρου του. Δεν ξέρω πόσο παρακινδυνευμένο είναι ωστόσο αν δεν παρασιωπήσουμε πως κάποια πρόσωπα του ευρύτερου θεατρικού χώρου, ίσως εν αγνοία τους, προσφέρανε τις πνευματικές τους προσωπικότητες ώστε να στηθεί προσχηματικό σκηνικό. Ας μην υπεισέρθουμε βαθύτερα , το χρονικό θα έχει κρατήσει τις σημειώσεις του.
Νέα Επιτροπή
Ένας άλλος, ο τωρινός υπουργός πολιτισμού της κυβέρνησης των μνημονίων, διόρισε προ ημερών μια καινούργια επιτροπή θεατρικών επιχορηγήσεων με νέους όρους και πρόσωπα έγκυρα και αδιάφθορα, που δεν θα αποφύγουν ωστόσο κι αυτά τον καθιερωμένο χορό των αντιρρήσεων. Αποτελούμενη από πανεπιστημιακούς με αδιαπραγμάτευτο κύρος, θεατρικούς κριτικούς η νέα σύνθεση της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Θεάτρου, έχει πρόεδρο τον καθηγητή και κριτικό θεάτρου Δημήτρη Τσατσούλη και μέλη τον Γιώργο Δεπάστα, μεταφραστή, την Δήμητρα Κονδυλάκη, δραματολόγο, την Ασπασία Κράλλη, ηθοποιό και σκηνοθέτιδα, τον Γιάννη Μόσχο, σκηνοθέτη, την Ειρήνη Μουντράκη, θεατρολόγο και κριτικό και τον Σάββα Πατσαλίδη, καθηγητή θεατρολογίας και κριτικό. Σώμα γερό και αδιάβλητο δυο βασικά γνωρίσματα. Πρώτο και θετικό το γνωστό ενδιαφέρον του προέδρου της για τα νεανικά σχήματα και δεύτερο, αρνητικό, πως πολλοί οι θεωρητικοί και κανένας εκπρόσωπος της σκηνικής θεατρικής πράξης. Ανισόρροπο;
Επιφυλάξεις, Αμφιβολίες και Ελπίδες
Η ουσία ωστόσο δεν βρίσκεται στην ιδανικότητα των υπουργικών επιλογών, ούτε στους νεωτερισμούς των όρων και των προϋποθέσεων. Το όλο ζήτημα επικεντρώνεται στο αν υπάρχουν η αν θα υπάρξουν λεφτά για να δοθούν επιχορηγήσεις. Μήπως δηλαδή η επιτροπή αυτή ανακοινώθηκε για το θεαθήναι. Δεν πιστεύω πως από τον προσεχή Οκτώβριο, που θα αρχίσουν τα αυτόφωρα και φυλακίσεις για φορολογικές οφειλές λίγων χιλιάδων, που θα υλοποιηθούν οι απολύσεις των συμβασιούχων, που θα συγχωνεύονται πανεπιστήμια και νοσοκομεία, που θα μεθοδεύονται νέοι όροι και νέες μειώσεις μισθών και συντάξεων, η κυβέρνηση θα τολμήσει να ανακοινώσει χορηγίες στα θέατρα. Όταν το θέαμα ανθρώπων που ψάχνουν τα σκουπίδια και τα υπολείμματα των λαϊκών αγορών για να τραφούν, τα επιδοτημένα από σκηνής θεάματα, με την σύμπραξη δραματολόγου η χωρίς, θα αποτελούν πρόκληση άγρια και επικίνδυνη. Δεν ξέρω πάλι. Μπορεί. Όσο για την καταλληλότητα της επιτροπής είναι αναμφισβήτητο πως περιλαμβάνει και ανθρώπους γνωρίζοντες που θα ευνοήσουν – αν υπάρξουν λεφτά - νέα λαμπυρίζοντα σχήματα του θεατρικού στερεώματος, αποφεύγοντας τους λαμπρούς καλοταϊσμένους και αυτάρκεις σταρ των επιχορηγήσεων. Έτσι θα μειωθεί και η προκλητικότητα αλλά και οι χορηγίες θα αποτελέσουν δημιουργικές και παραγωγικές επενδύσεις. Απ’ αυτή την άποψη η προεδρία του Τσατσούλη αποτελεί εγγύηση.
Κυριακή 31 Ιουλίου 2011
Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011
Αλβανοί ηθοποιοί στο ελληνικό θέατρο

Η Αλεξάνδρα Χασάνι σε δυο στιγμιότυπα από παράσταση

Γινόμαστε μάρτυρες βαθιών πολιτιστικών ανατροπών και αναμοχλεύσεων, ιστορικών θα μπορούσαμε να τις πούμε, που έχω την εντύπωση πως δεν έχουμε συλλάβει την έκτασή τους, το βάθος και την σημασία τους καθώς μας απασχολούν μερικές μόνο πλευρές των εκφάνσεών τους. Είναι τώρα μερικά χρόνια (ξεπερνούν οπωσδήποτε τα δεκαπέντε) που ο πληθυσμός της χώρας μας έχει δεχθεί μια μετάγγιση από προσφυγικά κύματα αλλοεθνή, με άλλες μορφωτικές καταβολές, άλλες γλώσσες, διαφορετικές θεωρήσεις του κόσμου και εν πολλοίς άλλες αξίες. Το μεγαλύτερο ποσοστό των μετοίκων αυτών είναι βορειοευρωπαίοι και Βαλκάνιοι, με τους Αλβανούς να έχουν το μεγαλύτερο ποσοστό ανάμεσα σ’ όλους τους μετανάστες. Οι πρώτοι Αλβανοί ήρθαν με τα παιδιά τους ή τα έφεραν μετά από κάποιο διάστημα, η τα απέκτησαν εδώ, το γεγονός είναι πως σήμερα τα σχολεία της χώρας μας έχουν μεγάλο ποσοστό μαθητών από την Αλβανία, στις τάξεις του Δημοτικού, του Γυμνασίου και του Λυκείου και αρκετοί απόφοιτοι έχουν ανέβει ήδη τα σκαλιά των ελληνικών Πανεπιστημίων. Κι όπως είναι φυσικό οι δραματικές σχολές δεν άφησαν τους νέους των ξένων ασυγκίνητους.

Ο Ενκε Φεζολάρι. Ο μεσαίος την κάτω φωτογραφία

Η Μιρέλα Κόντι είναι μια Αλβανίδα που έχει τελειώσει μια αθηναϊκή δραματική σχολή. Είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ μαζί της όταν πρόσφατα σκηνοθέτησα τους «Ιχνευτές» του Σοφοκλή και είμαι σε θέση να σου περιγράψω πόσο βαθιά έχει αφομοιώσει, όχι μόνο τη γλώσσα και τους κανόνες της θεατρικής τέχνης (η μετάφραση ήταν σε δεκαπεντασύλλαβο) μα και την θεωρητική γνώση για το αρχαίο θέατρο, την μυθολογία, τους ομηρικούς Ύμνους. Εκτός απ’ τον ρόλο της Μαίας, της μητέρας του Ερμή, την είχα και βοηθό μου. Μπορώ, λοιπόν, να μιλήσω με ενθουσιασμό για την ευσυνειδησία της, την συνέπειά της, την πλήρη επάρκεια της σε ότι της ζητήθηκε. Στα προσεχή χρόνια συνεργάστηκα και πάλι μαζί της. Στο έργο «Φρονίμη, η πριγκίπισσα της Αξού» ανέλαβε έναν ρόλο δύσκολο και υπεύθυνο, την αμαζόνα Δεξίππη, που πρωτοστατεί στον ξεσηκωμό των γηγενών Κρητών κατά των εισβολέων Αχαιών.
Ωστόσο η Μιρέλα δεν είναι η μόνη Αλβανίδα στο ελληνικό θέατρο. Έχουμε πολλές φορές χειροκροτήσει τον Λαέρτη Βασιλείου, σε ρόλους δύσκολους, με σημαντικές συμμετοχές σε απαιτητικές διανομές, αλλά έχουμε εντυπωσιαστεί και από σκηνοθεσίες του. Κατά τους υπολογισμούς μου μια ντουζίνα- τουλάχιστον - νέοι εξ Αλβανίας υπολογίζονται αυτή τη στιγμή στην λεγεώνα των ηθοποιών μας και είναι βέβαιο πως στα αμέσως προσεχή χρόνια θα πολλαπλασιαστούν εντυπωσιακά. O Ένκε Φεζολάρι που ζει 17 χρόνια στην Ελλάδα και σπούδασε ηθοποιός στο Κ.Θ.Β.Ε., έχει διανύσει ένα δύσκολο αλλά δημιουργικό και πλούσιο οδοιπορικό στους δρόμους της θεατρικής ζωής του τόπου μας. Πολύ πρόσφατα αποφοίτησε με άριστα απ’ τη σχολή του Εθνικού θεάτρου μια νεότατη κοπέλα, Αλβανίδα, που ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία τριών χρόνων και φυσικά έχει και παιδεία και γλώσσα Ελληνική. Η Αλεξάνδρα Χασάνι έχει διακριθεί σε ότι έχει παίξει μέχρι τώρα και είναι ήδη περιζήτητη. Σπουδαστής στο Εθνικό είναι και ο Τζανής Ρίνο που οι προβλέψεις για το ταλέντο του είναι πολύ θετικές. Υπάρχουν φυσικά κι άλλοι. Θα μιλήσουμε στο μέλλον γι αυτούς. Εκτός αν μας προλάβουν κι επικοινωνήσουν πρώτοι εκείνοι μαζί μας.
Η τέχνη του θεάτρου δεν είναι μια οποιαδήποτε δουλειά ή σπουδή, που μπορεί εύκολα να κάνει ένας μετανάστης στην χώρα μας. Απαιτείται απόλυτη γνώση της γλώσσας και της εκφοράς της. Απαιτείται επίσης μια ιδιαίτερη αφομοίωση της ελληνικής κουλτούρας. Ιστορία, λαογραφία, λογοτεχνία, μυθολογία, κοινωνιολογία, γνώσεις που και οι ντόπιοι σπουδαστές δυσκολεύονται να αποκτήσουν. Οι Αλβανοί, ωστόσο, απ’ όσες περιπτώσεις έχω υπ’ όψη μου, με έχουν εκπλήξει. Εγκολπώνονται την ελληνική μόρφωση, ενσωματώνονται στον πολιτισμό μας, αφομοιώνουν την θεατρική σπουδή, με τέτοια όρεξη που πιστεύω πως πολύ σύντομα θα κατακτήσουν ξεχωριστές θέσεις στο θεατρικό μας στερέωμα. Σημείωσα πως «θα κατακτήσουν» ενώ στην πραγματικότητα θα κατακτηθούν, με μια κατάκτηση όμως αβίαστη, εκούσια, επιθυμητή και σπουδαία, με την έννοια άξια σπουδής.
Στο παρόν και στο μέλλον το ελληνικό θέατρο, η γλώσσα μας, το δραματολόγιό μας με την εικόνα της ελληνικής κοινωνίας του 19ου, του 20ου και του 21ου αιώνα, η θεατρική μας παράδοση, αρχαία και βυζαντινή θα δρουν δυναμικά σε όλο τον βαλκανικό χώρο κι αυτό θα είναι μια πολιτιστική επικράτηση ανυπολόγιστης σημασίας. Προς αυτή τη κατεύθυνση ας στραφεί το ενδιαφέρον της Πολιτείας, των Κρατικών Θεάτρων, της Εταιρειών θεατρικών Συγγραφέων και Σκηνοθετών, της Ένωσης Κριτικών, του Σωματείου Ηθοποιών, του Συλλόγου Αποφοίτων θεατρικών Σπουδών, η πολυάριθμη Κοινότητα Πανεπιστημιακών περί το θέατρο ασχολουμένων, οι ποικίλες Επιτροπές, για όλους αυτούς, τους είτε με σπουδαίους στόχους ασχολούμενους, είτε είναι από τους φληναφούντες ματαιόσπουδους. Ιδού φίλτατοι μου στάδιο δόξης λαμπρό, σπουδαίο και ουσιαστικό. Είναι απαίτηση των δεινών καιρών να εγκαταλείψουν την ανησυχία της καρέκλας και της σφραγίδας, να αποστραφούν λίγο απ’ τις συντεχνιακές τους αγωνίες. Δεν ακούν πως όλοι απαιτούν οι πνευματικοί άνθρωποι να ενεργοποιηθούν. Η εξάπλωση της ελληνικής θεατρικής κουλτούρας στο βαλκανικό χώρο δεν είναι μόνο εθνικό αίτημα αλλά και βαλκανική αναγκαιότητα.
Από την παράσταση της "Φρονίμης". Η Μιρέλα Κόντι η προτελευταία από αριστερά
Τρίτη 12 Ιουλίου 2011
Σεμινάρια, κι όποιος αντέξει

Σμήνη σεμιναρίων φέρνουν βόλτες στον θεατρικό μας ορίζοντα. Σεμινάρια επί παντός επιστητού. Σε μια ηρωική εξόρμηση να συμπληρώσουν τα εμφανή κενά που αφήνουν οι δραματικές σχολές στην θεατρική τους κατάρτιση, οι νεοσσοί του θεάτρου ρίχνονται στα σεμινάρια. Οι προθέσεις τους ωστόσο δεν υποκινούνται σχεδόν ποτέ από φιλομάθεια. Αυτό θα ήταν παρήγορο. Με ιδιοτελή και ολίγον υστερόβουλα κίνητρα στρέφονται στα σεμινάρια νέοι και παλαιότεροι του θεατρικού μας συντάγματος. Το πρώτο είναι να ενισχύσουν το βιογραφικό τους , που το θεωρούν φτωχό μόνο με την αναφορά της δραματικής σχολής που τελείωσαν. Το δεύτερο είναι να πλησιάσουν τον επί κεφαλής του σεμιναρίου, εάν αυτός είναι κάποιος απ’ τους γνωστούς, για να αγοράσουν πιθανότητες να τους κρατήσει κοντά του σε προσεχή διανομή.Το δυσάρεστο είναι πως αυτή η υστεροβουλία, η καπηλεία της φήμης του, είναι και πρόθεση του σεμιναρίστα. Ξέρει την ανασφάλεια των νέων ηθοποιών και ποντάροντας σ’ αυτό ρίχνει στην αγορά το δόλωμα του σεμιναρίου. Και τα ψαράκια τσιμπάνε αβέρτα.
Η καλή ψαριά εξασφαλίζει στον επιτήδειο αλιέα κάτι παραπάνω από μια πλούσια κακαβιά. Στην ψιλή μαρίδα όμως, που πέφτει στην απόχη των σεμιναρίων του, τι εξασφαλίζεται; Σπανίως κάτι ελάχιστο , συνήθως όμως τίποτα. Καταβάλουν τα αφελή μικρόψαρα τα τέλη του σεμιναρίου, ακούνε τετριμμένα η παράδοξα (κάποιος διδάσκει πως οι ρόλοι προσεγγίζονται έχοντας σαν υπόδειγμα κάποιο ζώο, και βάζει τους ηθοποιούς να μιμούνται ένα ζώο για να συνθέσουν έναν θεατρικό χαρακτήρα. Ανήκουστο;) και εξαντλούνται σε σχιζοφρενικούς αυτοσχεδιασμούς. Κι όσο πιο εξωφρενικοί οι αυτοσχεδιασμοί που ζητάει ο μαέστρος του σεμιναρίου, τόσο και πιο πολύ εντυπωσιάζονται τα δόλια τα θεατρικά κουτάβια, που χάσκουν από θαυμασμό νομίζοντας πως μαθαίνουν μυστικά που θα τα κάνουν σπουδαίους ηθοποιούς. Παγίδες να τα πεις, δόκανα η σεμινάρια η αλήθεια είναι πως βρίθουν στο θεατρικό μας παζάρι.
Βοηθάνε καθόλου αυτά τα σεμινάρια; Πιστεύω πως σε κάποιο μικρό βαθμό, ναι. Είναι τόσο ανίδεα τα παιδιά που βγαίνουν απ’ τις σχολές, που οτιδήποτε γύρω απ’ τη θεατρική διαδικασία είναι χρήσιμο. Μπορούμε να ελπίζουμε λοιπόν πως με τα τόσα σεμινάρια θ’ ανέβει το επίπεδο του θεάτρου μας; Εδώ η απάντηση είναι κατηγορηματικά αρνητική. Δεν γίνεται κάποιος ηθοποιός με σεμινάρια. Παρακολουθούσα προ ημερών τον Κώστα Χατζηχρήστο στην παλιά ταινία «Ο μπακαλόγατος». Εχει λοιπόν ο αξέχαστος ένα μονοπλάνο δέκα λεπτών όπου αυτοσχεδιάζει. Ω, μεγάλε θεέ του θεάτρου! Τι πλούτος, τι γυρίσματα, τι ευστροφία υποκριτική, τι απίστευτη πολυμέρεια, τι θησαυρός για τον νέο ηθοποιό. Πήγε ποτέ σε σεμινάριο ο Χατζηχρήστος; Ούτε τη λέξη δεν θα είχε ακούσει. Ούτε από δραματική σχολή πέρασε ποτέ. Το ίδιο και ο μεγάλος Αυλωνίτης. Το ίδιο και ο Φωτόπουλος. Όλοι οι γίγαντες του θεατρικού μας πανθέου, δραματικοί η κωμικοί, κάποιοι πήγαν σε δραματικές σχολές , κανείς όμως δεν πάτησε ποτέ το πόδι του σε σεμινάρια.
Γ. Χατζ.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)