Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Υπάρχει θέμα με τους ηθοποιούς. Θέμα κοινωνικό και συνάμα πολιτιστικό.


Και επιτέλους κάποιος αποφάσισε να το αγγίξει. Με την οξυμένη της ευαισθησία τη δημοσιογραφική - για την θεατρική της καταγωγή τα είπαμε - η Ιωάννα Κλεφτόγιαννη (Στην "Ελευθεροτυπία") έβαλε το δάχτυλο επί των τύπων των ήλων. Θίχτηκε το καυτό θέμα της θεατρικής παιδείας, του υπεράριθμου των ηθοποιών, του μεγάλου ποσοστού ανεργίας, της πληθώρας των θεατρικών σχολών και της αλλοπρόσαλλης λειτουργίας τους, της απροκάλυπτης κερδοσκοπίας που ασκείται απ’ αυτές, της προχειρότητας της διδασκόμενης ύλης και της ακαταλληλότητας των προσώπων που διδάσκουν. Υπάρχουν κι άλλα δεινά στον ίδιο φάκελο, δεινά που χρονίζουν, και παρά τις καλοπροαίρετες προθέσεις της ηθοποιού Πέμης Ζούνη δεν πρόκειται να επιλυθούν, αφού έχουν παραπεμφθεί σε μια υπουργό απολύτως ανίκανη να αντιληφθεί τις ρίζες και τις πτυχές του ζητήματος.

Το ζήτημα λοιπόν έχει βέβαια πολλές πτυχές οι βάσεις του όμως είναι δύο . Η πληθώρα των ηθοποιών, πιο σωστό είναι να πούμε των νέων που συνωστίζονται στον θεατρικό χώρο, πολιορκώντας το θέατρο και τα παρακλάδια του. Δεύτερη παράμετρος το πολύ χαμηλό επίπεδο γενικής μόρφωσης και εξειδικευμένης κατάρτισης που χαρακτηρίζει το 85%, τουλάχιστον, αυτών που αποφοιτούν απ’ τις δραματικές σχολές . Έχω συμπληρώσει 28 χρόνια δάσκαλος σε δραματικές σχολές και είμαι σε θέση να γνωρίζω την πολύ απογοητευτική πραγματικότητα για την αμορφωσιά των παιδιών που προσέρχονται για να σπουδάσουν την τέχνη της σκηνής. Απ’ τους μαθητές που αποτελούν μια τάξη του πρώτου έτους το 50% δεν έχει ακούσει ποτέ να γίνεται λόγος για τον Καβάφη, τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Καζαντζάκη, τον Παπαδιαμάντη , τον Βενέζη η τον Βιζυηνό. Οι άλλοι κάτι έχουν ακουστά και μόνο ένα 5% έχει μεγαλύτερη γνώση. Απ' αυτό το ολίγιστο ποσοστό προέρχεται και το μικρό κομμάτι της όποιας θεατρικής ποιότητας. Το μεγάλο ποσοστό δεν έχει δει ποτέ μια παράσταση αρχαίου δράματος και δεν είναι σε θέση, όταν του ζητηθεί να αναφέρει ένα έργο του Ευριπίδη η ένα έργο του Λόρκα η του ένα έργο του Ξενόπουλου.

Είναι αποκαρδιωτικό το γεγονός πως τα παιδιά που επιθυμούν να γίνουν ηθοποιοί δεν βλέπουν θέατρο. Είναι ζήτημα αν μέσα σε μια τάξη υπάρχουν δυο η τρεις μαθητές που να έχουν παρακολουθήσει μια παράσταση τον τελευταίο τρίμηνο. Και με δεδομένη αυτή την απόλυτη μορφωτική ένδεια τι μπορεί να κάνει ένα θεωρητικό μάθημα μιας ώρας τη ‘βδομάδα, που κατά κανόνα συχνότατα αναβάλλεται, πότε για απεργίες και πότε για αργίες και πάει λέγοντας. Μέσα στους εννιά μήνες του διδακτικού έτους ένα μάθημα δραματολογίας η ιστορίας θεάτρου αμφίβολο αν πραγματοποιείται 20 φορές. Με τα 40 λεπτά της διάρκειας του κάθε μαθήματος τι είναι δυνατό να διδαχθεί ο αδαής μαθητής από έναν ωκεανό γνώσεων που πρέπει να αφομοιώσει για να αποκτήσει ένα επίχρισμα θεατρικής μόρφωσης. Συμπέρασμα θλιβερό και αναμφισβήτητο. Το συντριπτικό ποσοστό των νέων ηθοποιών που παράγονται απ’ την βιομηχανία των δραματικών σχολών είναι αστοιχείωτοι κι αυτό δεν είναι μόνο ευθύνη των σχολών αλλά κατά κύριο λόγο της πολιτείας.


Υπάρχει ωστόσο και το μεγάλο θέμα
της ευρύτερης θεώρησης. Εισβάλουν αθρόα και αδιάκοπα νέοι απ’ όλη την Ελλάδα για να ξεφύγουν απ’ το μεγάλο πλήθος την ανωνυμίας και να διακριθούν στο υπερυψωμένο και φωτισμένο πατάρι της σκηνής. Δεν έχουν κανένα άλλο κίνητρο, ούτε κλίση, ούτε ικανότητα, ούτε στοιχειώδη γνώση για τα περί θεάτρου. Προσέρχονται αδαείς, ανήξεροι, για να ξεφύγουν απ’ την ισοπεδωτική ζωή του χωριού, της πολίχνης, της φτωχογειτονιάς, της μοίρας των γονιών τους. Η τηλεόραση τους σαγήνεψε και τίποτα άλλο. Υπέροχη επιλογή για μια ολόφωτη καριέρα. Δεν είναι μόνο το θέατρο. Είναι και η μουσική καριέρα που εκμαυλίζει, το τραγούδι κυρίως, είναι και ο χορός, είναι και η σκηνοθεσία. Καραδοκούν φυσικά οι πενήντα δραματικές σχολές, άλλες με κάποιες αγαθές προθέσεις και άλλες απροκάλυπτα κερδοσκοπικές. Τα ευρωπαϊκά κονδύλια είναι ένα ισχυρό κίνητρο. Η κυρία Ζούνη κατέχει πολύ καλά το θέμα. Άλλος όμως ο φάκελος των δραματικών σχολών κυρία Ζούνη μου και είναι φάκελος παραφουσκωμένος. Σχηματίζεται λοιπόν ένας κόσμος ολόκληρος, που κατά τους μετριότερους υπολογισμούς ξεπερνάει τα 25000 άτομα, με μεγάλες και πολλές υποδιαιρέσεις, κόσμος απροσανατόλιστος, παραπλανημένος, πολιτικά αλλοπρόσαλλος και ασυνειδητοποίητος, σε σκότος ιδεολογικό και το χειρότερο απ’ όλα κόσμος αντιπαραγωγικός. Κόσμος παρασιτικός.

Και η πολιτεία, το υπεύθυνο κράτος τι στάση κρατάει απέναντι σ’ αυτό το θλιβερό φαινόμενο; Απέναντι σ’ ένα σύνολο τόσων νέων ανθρώπων που ακολουθεί μια αδιέξοδη τροχιά; Αδιαφορεί, κυρία Ζούνη μου. Αδιαφορεί εγκληματικά. Ερημώνουν τα χωριά, αδειάζει η επαρχία, περιφρονούνται τα πεζά επαγγέλματα και συσσωρεύονται όλα αυτά τα παραπλανημένα παιδιά στα μεγάλα αστικά κέντρα που εδρεύουν σχολές και τάχα ευκαιρίες. Σε κατάσταση κυριολεκτικά παροξυσμική όλο αυτό το πλήθος των απολωλότων ατόμων, που είτε έχουν τελειώσει κάποια σχολή, σεμινάριο, εργαστήρι, είτε βρίσκεται σε φάση σπουδών η αναζήτησης, αυτό το πλήθος που ενισχύεται αριθμητικά από σκηνοθετίζοντες, θεατρολογούντες η θεατρολόγους και από πολλές παραλλαγές, συνδυασμούς και προσμίξεις, επιχειρεί και συστήνει ομάδες, συγγράφει έργα, οργανώνει φεστιβάλ και απαιτεί επιχορηγήσεις από το ελληνικό δημόσιο, ωρυόμενο όταν δεν παίρνει.


Αυτή είναι η κατάσταση που ολοένα και χειροτερεύει
καθώς οι δραματικές σχολές πολλαπλασιάζονται, τα εργαστήρια και τα σεμινάρια το ίδιο, οι πανεπιστημιακές σχολές που παράγουν θεατρολόγους πληθαίνουν και ο όγκος αυτών όλων των καλλιτεχνιζόντων, των χωρίς αντικείμενο, των περιττών απολύτως και χρήσιμων σε κανέναν και σε τίποτα, σε μια τόσο κρίσιμη ώρα που κύριο μέλημα ολονών μας θα πρέπει να είναι πως θα γίνουμε παραγωγικοί και χρήσιμοι και πως θα κερδίσουμε αυτά που πρέπει για να συντηρηθούμε. Περί παραγωγής του πολιτιστικού αγαθού θα μπορούσε να γίνει λόγος και αντίλογος. Αλλη φορά.

Γιώργος Χατζηδάκης



Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Κίνηση Μαβίλη, μια κίνηση ελπιδοφόρα



Το παρελθόν αυτοσυστήνεται και συμβουλεύει. Στη φωτογραφία στιγμιότυπο απ' το κόψιμο βασιλόπιτας την πρωτοχρονιά του 2008, με τους εκπροσώπους των ομάδων του "Πυρ Ομαδόν", στο θέατρο Δίπυλο. Πρωτοβουλία και οργάνωση της Θεώρησης.




Ο λόγος για την «Κίνηση Μαβίλη». Οκτώ νέοι του θεάτρου, ο Χαράλαμπος Γωγιός, ο Ανέστης Αζάς, η Γκίγκη Αργυροπούλου, ο Βασίλης Νούλας, η Γεωργία Μαυραγάνη, ο Κώστας Κουτσολέλος, ο Γιώργος Βαλαής, η Ρόζα Προδρόμου και ο Γιάννης Καλαβριανός, αποτόλμησαν μια παρεμβατική πρωτοβουλία , την επωνομασθείσα «Κίνηση Μαβίλη», γύρω από την οποία συσπειρώνονται οι δυναμικότερες ομάδες του ερευνητικού θεάτρου και προβάλλουν τα αιτήματά τους. Υπάρχουν περίπου 80 «άστεγες» ομάδες πειραματικού θεάτρου στην Αθήνα. Το Υπουργείο Πολιτισμού δείχνει να αδιαφορεί για την ύπαρξή τους. Οι ίδιοι πληρώνουν εξωφρενικά ενοίκια για πρόβες, δεν επιχορηγούνται με συνέπεια, η επιβίωσή τους είναι σχεδόν οριακή κι όμως φορολογούνται σαν μικρομεσαίοι επιχειρηματίες. Σταχυολογώ μερικές απ’ τις απόψεις τους που εκφράστηκαν σε συνεντεύξεις και δελτία τύπου.

«Το πειραματικό θέατρο μοιάζει μάλλον με χόμπι πολυτελείας, κάτι σαν την ιππασία», σχολιάζει ο Βασίλης Νούλας. «Δεν ξεκινήσαμε, πάντως, την Κίνηση Μαβίλη για να παραπονεθούμε επειδή δεν πήραμε κρατική επιχορήγηση. Δεν είμαστε οι κακοί γκρινιάρηδες!» επισημαίνει η Γκίγκη Αργυροπούλου. «Θεωρούμε, βέβαια, πως το σύστημα των κρατικών επιχορηγήσεων “μπάζει” από παντού, αλλά είναι απλώς μια παράμετρος του γενικότερου προβλήματος», προσθέτει ο Γιάννης Καλαβριανός. Ο Χαράλαμπος Γωγιός θέτει το θέμα των επιχορηγήσεων σε άλλη βάση: «Η έννοια της κρατικής επιχορήγησης είναι ένα φαινόμενο που προέκυψε τον 20ό αιώνα, στο πλαίσιο της κοινωνικής πολιτικής. Επικράτησε, λοιπόν, η λογική πως η τέχνη είναι ένα είδος κοινωνικού αγαθού που θα πρέπει να στηρίζεται, όπως η υγεία και η παιδεία. Μήπως μόνο εμείς θεωρούμε δεδομένο ότι ο πολιτισμός είναι ένα τεράστιο εθνικό κεφάλαιο και το θέατρο κοινωνικό αγαθό το οποίο πρέπει να στηρίζεται από το κράτος;» «Δεν ζητάμε κάποια πολυτελή μεταχείριση. Διεκδικούμε τα αυτονόητα», διατείνεται η Γεωργία Μαυραγάνη. Ο Ανέστης Αζάς προσθέτει: «Αυτήν τη στιγμή, από νομοθετικής και φοροτεχνικής άποψης, οι πειραματικές ομάδες αντιμετωπίζονται, εντελώς εσφαλμένα, σαν μικρομεσαίες επιχειρήσεις με σκληρή φορολογία».

Η Γκίγκη Αργυροπούλου και ο Βασίλης Νούλας- ίσως και κάποιοι άλλοι- θα πρέπει ασφαλώς να θυμούνται – δεν πέρασαν δα και πολλά χρόνια - πως όλες οι διαμαρτυρίες και μερικές από τις διεκδικήσεις που προβάλλονται σήμερα στο μανιφέστο της «Κίνησης Μαβίλη», και πολλά περισσότερα, ήταν στους στόχους του αλήστου μνήμης «Πυρ Ομαδόν», της κίνησης που είχε φιλοδοξήσει να συσπειρώσει τις σκόρπιες θεατρικές ομάδες σε έναν γερό συνασπισμό και θα πρόβαλλε αιτήματα και θα διεκδικούσε μαχητικά, αποτελώντας έναν ισχυρό παρεμβατικό παράγοντα σε όλο το πολιτιστικό φάσμα. Σημείωνα λοιπόν τότε στην ιδρυτική εισήγηση του «Πυρ Ομαδόν):
«… Και η διαπίστωση είναι πως ότι ανανεωτικό σημειώθηκε στο θέατρο μας οφείλεται στις τολμηρές κινήσεις, νεανικές κατά κύριο λόγο, που επιχειρήθηκαν και πως τώρα που η κατάσταση είναι πιο κρίσιμη και η δραστηριοποίηση έχει γίνει πιο επιτακτική». Αυτά έγραφα τότε και διαβάστηκαν στη Πρώτη Συνάντηση των Θεατρικών Ομάδων που διοργάνωσε η «Θεώρηση» στις 21, 21 και 23 Νοεμβρίου του 2007 στο Άλεκτον. Είναι παρελθοντολογία να αναφερθώ στους λόγους και στους υπαίτιους που η κίνηση εκείνη δεν στάθηκε. Πιο σωστό είναι να σημειώσω πως το «Πυρ Ομαδόν» πέτυχε αλλά απέτυχε. Τους λόγους ας τους αναζητήσει ο ενδιαφερόμενος στις σχετικές ιστοσελίδες και ας τις υποθέσει διαβάζοντας τις παρακάτω αράδες απ’ το ίδιο ιδρυτικό κείμενο. «Αυτό λοιπόν που ονομάζουμε θεατρική πραγματικότητα είναι καιρός να μεταβληθεί αγαπητοί φίλοι. Αρκετά κράτησε. Η μορφή με την οποία λειτουργεί το όλο σύστημα είναι πεπαλαιομένη και ο μηχανισμός της ξεπερασμένος και δυσανεκτικός. Νέες ανάγκες, δομικές, ιδεολογικές και αισθητικές, αναφύονται και η υπάρχουσα πραγματικότητα δεν μπορεί ούτε να τις εκφράσει ούτε να τις καλύψει. Μα κυρίως δεν μπορεί να τις κατανοήσει κι ακόμα να τις συγχωρήσει. Το σύστημα αγαπητοί μου αμύνεται αποτελεσματικά…»

Και αποδείχθηκε πως το Σύστημα αμύνεται πολύ αποτελεσματικά πράγματι. Αλλά Σύστημα δεν είναι μόνο το κράτος, δεν είναι μόνο οι κατεστημένοι θεατρικοί επιχειρηματίες, με τις παχυλές επιχορηγήσεις και την 100% πληρότητα, που με την συνέργεια των των ΜΜΕ έχουν κατακτήσει την τίτλο του ποιοτικού, είναι και οι μικρότητες των μικρών. Μωρία, μισαλοδοξία, ανταγωνισμός, σκοπιμότητα και ιδεολογική θολούρα είναι κάποια απ’ τα γνωρίσματα μερικών μικρών που απέβηκαν μοιραία για την κίνηση του «Πυρ Ομαδόν».

Τριάντα έξη ομάδες συγκεντρώθηκαν τότε και γνωρίστηκαν, συζήτησαν, αντάλλαξαν ιδέες και σχέδια. Κι όταν έφτασε η στιγμή των πραγματοποιήσεων και των εφαρμογών άρχισαν εκείνες οι ατέλειωτες διαβρωτικές «γενικές συνελεύσεις», όπου ο καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του και δυσκολεύονταν πια να κρύψουν πως σχεδόν όλοι ήθελαν να αρχηγέψουν, είχαν άποψη κι ήθελαν να την επιβάλουν. Κι επειδή ήμουν ύποπτος διεκδικητής της εξουσίας- παρ’ ότι κατηγορηματικά και κατ’ επανάληψη είχα δημόσια και γραπτά δηλώσει ότι καμιά απολύτως ηγετική θέση δε μ ‘ενδιέφερε- εκδηλώθηκε ένας ενορχηστρωμένος πόλεμος εναντίον μου, ακόμα και από άτομα που συμπορευόμαστε προς ένα στόχο και σκοπό. Είναι απερίγραπτο και «φαινόμενο προς ανακοίνωση» πως και πόσο απροσδόκητα, αναίτια και απροσχημάτιστα στράφηκαν εναντίον μου. «Πατροκτονική μανία» είναι οι λέξεις που μου ‘ρχονταν τότε στο μυαλό διαβάζοντας καθημερινά τα λιβελοειδή που μου εκτόξευαν.

Το «Πυρ Ομαδόν» διαλύθηκε και οι στασιαστές, ακολουθώντας τα ίδια προγράμματα ίδρυσαν το ΔΙΚΑΝΟ που διοργάνωσε ένα φεστιβάλ, (όπως προέβλεπε το πρόγραμμα του «Πυρ Ομαδόν») και έβγαλε τεύχος ενός περιοδικού, (όπως ακριβώς ήταν προγραμματισμένο). Μόνο που το όραμα περιλάμβανε κι άλλα σημαντικότερα και ουσιωδέστερα. Στενή συνεργασία μεταξύ των ομάδων, παρεμβάσεις σε κάθε πολιτιστικό θέμα, συγκρότηση μηχανισμού ιδιωτικών χορηγιών, πρόγραμμα αυτοχρηματοδότησης και αλληλεγγύης ( για να μην εξαρτάται το πειραματικό θέατρο από τους κρατικούς φορείς) και αποκλειστικό μηχανισμό προβολής και προώθησης. Κι άλλα πολλά. Η ανωριμότητα των ατόμων εκείνων τίναξε στον αέρα κάθε σχέδιο, πρόγραμμα, πρωτοβουλία, ελπίδα. Να λοιπόν που το κατεστημένο και η σαθρότητα του Συστήματος, δεν είναι πάντα απέναντι από τις πρωτοπόρες κινήσεις αλλά ενίοτε και μέσα σ’ αυτές και η συμβουλή μου προς την «Κίνηση Μαβίλη» είναι να συνταχθούν εναντίον κάθε μορφής κατεστημένου, εξωτερικού και εσωτερικού, και να συνειδητοποιήσουν πως το θέατρο, η κοινωνία και η δεινότητα των συγκυριών τρέφουν την ελπίδα και την ευχή να μην αποτύχουν

Υ.Γ. Αλήθεια, άκουσε κανείς τίποτα για το ΔΙΚΑΝΟ;