
Και επιτέλους κάποιος αποφάσισε να το αγγίξει. Με την οξυμένη της ευαισθησία τη δημοσιογραφική - για την θεατρική της καταγωγή τα είπαμε - η Ιωάννα Κλεφτόγιαννη (Στην "Ελευθεροτυπία") έβαλε το δάχτυλο επί των τύπων των ήλων. Θίχτηκε το καυτό θέμα της θεατρικής παιδείας, του υπεράριθμου των ηθοποιών, του μεγάλου ποσοστού ανεργίας, της πληθώρας των θεατρικών σχολών και της αλλοπρόσαλλης λειτουργίας τους, της απροκάλυπτης κερδοσκοπίας που ασκείται απ’ αυτές, της προχειρότητας της διδασκόμενης ύλης και της ακαταλληλότητας των προσώπων που διδάσκουν. Υπάρχουν κι άλλα δεινά στον ίδιο φάκελο, δεινά που χρονίζουν, και παρά τις καλοπροαίρετες προθέσεις της ηθοποιού Πέμης Ζούνη δεν πρόκειται να επιλυθούν, αφού έχουν παραπεμφθεί σε μια υπουργό απολύτως ανίκανη να αντιληφθεί τις ρίζες και τις πτυχές του ζητήματος.
Το ζήτημα λοιπόν έχει βέβαια πολλές πτυχές οι βάσεις του όμως είναι δύο . Η πληθώρα των ηθοποιών, πιο σωστό είναι να πούμε των νέων που συνωστίζονται στον θεατρικό χώρο, πολιορκώντας το θέατρο και τα παρακλάδια του. Δεύτερη παράμετρος το πολύ χαμηλό επίπεδο γενικής μόρφωσης και εξειδικευμένης κατάρτισης που χαρακτηρίζει το 85%, τουλάχιστον, αυτών που αποφοιτούν απ’ τις δραματικές σχολές . Έχω συμπληρώσει 28 χρόνια δάσκαλος σε δραματικές σχολές και είμαι σε θέση να γνωρίζω την πολύ απογοητευτική πραγματικότητα για την αμορφωσιά των παιδιών που προσέρχονται για να σπουδάσουν την τέχνη της σκηνής. Απ’ τους μαθητές που αποτελούν μια τάξη του πρώτου έτους το 50% δεν έχει ακούσει ποτέ να γίνεται λόγος για τον Καβάφη, τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Καζαντζάκη, τον Παπαδιαμάντη , τον Βενέζη η τον Βιζυηνό. Οι άλλοι κάτι έχουν ακουστά και μόνο ένα 5% έχει μεγαλύτερη γνώση. Απ' αυτό το ολίγιστο ποσοστό προέρχεται και το μικρό κομμάτι της όποιας θεατρικής ποιότητας. Το μεγάλο ποσοστό δεν έχει δει ποτέ μια παράσταση αρχαίου δράματος και δεν είναι σε θέση, όταν του ζητηθεί να αναφέρει ένα έργο του Ευριπίδη η ένα έργο του Λόρκα η του ένα έργο του Ξενόπουλου.
Είναι αποκαρδιωτικό το γεγονός πως τα παιδιά που επιθυμούν να γίνουν ηθοποιοί δεν βλέπουν θέατρο. Είναι ζήτημα αν μέσα σε μια τάξη υπάρχουν δυο η τρεις μαθητές που να έχουν παρακολουθήσει μια παράσταση τον τελευταίο τρίμηνο. Και με δεδομένη αυτή την απόλυτη μορφωτική ένδεια τι μπορεί να κάνει ένα θεωρητικό μάθημα μιας ώρας τη ‘βδομάδα, που κατά κανόνα συχνότατα αναβάλλεται, πότε για απεργίες και πότε για αργίες και πάει λέγοντας. Μέσα στους εννιά μήνες του διδακτικού έτους ένα μάθημα δραματολογίας η ιστορίας θεάτρου αμφίβολο αν πραγματοποιείται 20 φορές. Με τα 40 λεπτά της διάρκειας του κάθε μαθήματος τι είναι δυνατό να διδαχθεί ο αδαής μαθητής από έναν ωκεανό γνώσεων που πρέπει να αφομοιώσει για να αποκτήσει ένα επίχρισμα θεατρικής μόρφωσης. Συμπέρασμα θλιβερό και αναμφισβήτητο. Το συντριπτικό ποσοστό των νέων ηθοποιών που παράγονται απ’ την βιομηχανία των δραματικών σχολών είναι αστοιχείωτοι κι αυτό δεν είναι μόνο ευθύνη των σχολών αλλά κατά κύριο λόγο της πολιτείας.
Υπάρχει ωστόσο και το μεγάλο θέμα της ευρύτερης θεώρησης. Εισβάλουν αθρόα και αδιάκοπα νέοι απ’ όλη την Ελλάδα για να ξεφύγουν απ’ το μεγάλο πλήθος την ανωνυμίας και να διακριθούν στο υπερυψωμένο και φωτισμένο πατάρι της σκηνής. Δεν έχουν κανένα άλλο κίνητρο, ούτε κλίση, ούτε ικανότητα, ούτε στοιχειώδη γνώση για τα περί θεάτρου. Προσέρχονται αδαείς, ανήξεροι, για να ξεφύγουν απ’ την ισοπεδωτική ζωή του χωριού, της πολίχνης, της φτωχογειτονιάς, της μοίρας των γονιών τους. Η τηλεόραση τους σαγήνεψε και τίποτα άλλο. Υπέροχη επιλογή για μια ολόφωτη καριέρα. Δεν είναι μόνο το θέατρο. Είναι και η μουσική καριέρα που εκμαυλίζει, το τραγούδι κυρίως, είναι και ο χορός, είναι και η σκηνοθεσία. Καραδοκούν φυσικά οι πενήντα δραματικές σχολές, άλλες με κάποιες αγαθές προθέσεις και άλλες απροκάλυπτα κερδοσκοπικές. Τα ευρωπαϊκά κονδύλια είναι ένα ισχυρό κίνητρο. Η κυρία Ζούνη κατέχει πολύ καλά το θέμα. Άλλος όμως ο φάκελος των δραματικών σχολών κυρία Ζούνη μου και είναι φάκελος παραφουσκωμένος. Σχηματίζεται λοιπόν ένας κόσμος ολόκληρος, που κατά τους μετριότερους υπολογισμούς ξεπερνάει τα 25000 άτομα, με μεγάλες και πολλές υποδιαιρέσεις, κόσμος απροσανατόλιστος, παραπλανημένος, πολιτικά αλλοπρόσαλλος και ασυνειδητοποίητος, σε σκότος ιδεολογικό και το χειρότερο απ’ όλα κόσμος αντιπαραγωγικός. Κόσμος παρασιτικός.
Και η πολιτεία, το υπεύθυνο κράτος τι στάση κρατάει απέναντι σ’ αυτό το θλιβερό φαινόμενο; Απέναντι σ’ ένα σύνολο τόσων νέων ανθρώπων που ακολουθεί μια αδιέξοδη τροχιά; Αδιαφορεί, κυρία Ζούνη μου. Αδιαφορεί εγκληματικά. Ερημώνουν τα χωριά, αδειάζει η επαρχία, περιφρονούνται τα πεζά επαγγέλματα και συσσωρεύονται όλα αυτά τα παραπλανημένα παιδιά στα μεγάλα αστικά κέντρα που εδρεύουν σχολές και τάχα ευκαιρίες. Σε κατάσταση κυριολεκτικά παροξυσμική όλο αυτό το πλήθος των απολωλότων ατόμων, που είτε έχουν τελειώσει κάποια σχολή, σεμινάριο, εργαστήρι, είτε βρίσκεται σε φάση σπουδών η αναζήτησης, αυτό το πλήθος που ενισχύεται αριθμητικά από σκηνοθετίζοντες, θεατρολογούντες η θεατρολόγους και από πολλές παραλλαγές, συνδυασμούς και προσμίξεις, επιχειρεί και συστήνει ομάδες, συγγράφει έργα, οργανώνει φεστιβάλ και απαιτεί επιχορηγήσεις από το ελληνικό δημόσιο, ωρυόμενο όταν δεν παίρνει.
Αυτή είναι η κατάσταση που ολοένα και χειροτερεύει καθώς οι δραματικές σχολές πολλαπλασιάζονται, τα εργαστήρια και τα σεμινάρια το ίδιο, οι πανεπιστημιακές σχολές που παράγουν θεατρολόγους πληθαίνουν και ο όγκος αυτών όλων των καλλιτεχνιζόντων, των χωρίς αντικείμενο, των περιττών απολύτως και χρήσιμων σε κανέναν και σε τίποτα, σε μια τόσο κρίσιμη ώρα που κύριο μέλημα ολονών μας θα πρέπει να είναι πως θα γίνουμε παραγωγικοί και χρήσιμοι και πως θα κερδίσουμε αυτά που πρέπει για να συντηρηθούμε. Περί παραγωγής του πολιτιστικού αγαθού θα μπορούσε να γίνει λόγος και αντίλογος. Αλλη φορά.
Γιώργος Χατζηδάκης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου