Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Υπάρχει θέμα με τους ηθοποιούς. Θέμα κοινωνικό και συνάμα πολιτιστικό.


Και επιτέλους κάποιος αποφάσισε να το αγγίξει. Με την οξυμένη της ευαισθησία τη δημοσιογραφική - για την θεατρική της καταγωγή τα είπαμε - η Ιωάννα Κλεφτόγιαννη (Στην "Ελευθεροτυπία") έβαλε το δάχτυλο επί των τύπων των ήλων. Θίχτηκε το καυτό θέμα της θεατρικής παιδείας, του υπεράριθμου των ηθοποιών, του μεγάλου ποσοστού ανεργίας, της πληθώρας των θεατρικών σχολών και της αλλοπρόσαλλης λειτουργίας τους, της απροκάλυπτης κερδοσκοπίας που ασκείται απ’ αυτές, της προχειρότητας της διδασκόμενης ύλης και της ακαταλληλότητας των προσώπων που διδάσκουν. Υπάρχουν κι άλλα δεινά στον ίδιο φάκελο, δεινά που χρονίζουν, και παρά τις καλοπροαίρετες προθέσεις της ηθοποιού Πέμης Ζούνη δεν πρόκειται να επιλυθούν, αφού έχουν παραπεμφθεί σε μια υπουργό απολύτως ανίκανη να αντιληφθεί τις ρίζες και τις πτυχές του ζητήματος.

Το ζήτημα λοιπόν έχει βέβαια πολλές πτυχές οι βάσεις του όμως είναι δύο . Η πληθώρα των ηθοποιών, πιο σωστό είναι να πούμε των νέων που συνωστίζονται στον θεατρικό χώρο, πολιορκώντας το θέατρο και τα παρακλάδια του. Δεύτερη παράμετρος το πολύ χαμηλό επίπεδο γενικής μόρφωσης και εξειδικευμένης κατάρτισης που χαρακτηρίζει το 85%, τουλάχιστον, αυτών που αποφοιτούν απ’ τις δραματικές σχολές . Έχω συμπληρώσει 28 χρόνια δάσκαλος σε δραματικές σχολές και είμαι σε θέση να γνωρίζω την πολύ απογοητευτική πραγματικότητα για την αμορφωσιά των παιδιών που προσέρχονται για να σπουδάσουν την τέχνη της σκηνής. Απ’ τους μαθητές που αποτελούν μια τάξη του πρώτου έτους το 50% δεν έχει ακούσει ποτέ να γίνεται λόγος για τον Καβάφη, τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Καζαντζάκη, τον Παπαδιαμάντη , τον Βενέζη η τον Βιζυηνό. Οι άλλοι κάτι έχουν ακουστά και μόνο ένα 5% έχει μεγαλύτερη γνώση. Απ' αυτό το ολίγιστο ποσοστό προέρχεται και το μικρό κομμάτι της όποιας θεατρικής ποιότητας. Το μεγάλο ποσοστό δεν έχει δει ποτέ μια παράσταση αρχαίου δράματος και δεν είναι σε θέση, όταν του ζητηθεί να αναφέρει ένα έργο του Ευριπίδη η ένα έργο του Λόρκα η του ένα έργο του Ξενόπουλου.

Είναι αποκαρδιωτικό το γεγονός πως τα παιδιά που επιθυμούν να γίνουν ηθοποιοί δεν βλέπουν θέατρο. Είναι ζήτημα αν μέσα σε μια τάξη υπάρχουν δυο η τρεις μαθητές που να έχουν παρακολουθήσει μια παράσταση τον τελευταίο τρίμηνο. Και με δεδομένη αυτή την απόλυτη μορφωτική ένδεια τι μπορεί να κάνει ένα θεωρητικό μάθημα μιας ώρας τη ‘βδομάδα, που κατά κανόνα συχνότατα αναβάλλεται, πότε για απεργίες και πότε για αργίες και πάει λέγοντας. Μέσα στους εννιά μήνες του διδακτικού έτους ένα μάθημα δραματολογίας η ιστορίας θεάτρου αμφίβολο αν πραγματοποιείται 20 φορές. Με τα 40 λεπτά της διάρκειας του κάθε μαθήματος τι είναι δυνατό να διδαχθεί ο αδαής μαθητής από έναν ωκεανό γνώσεων που πρέπει να αφομοιώσει για να αποκτήσει ένα επίχρισμα θεατρικής μόρφωσης. Συμπέρασμα θλιβερό και αναμφισβήτητο. Το συντριπτικό ποσοστό των νέων ηθοποιών που παράγονται απ’ την βιομηχανία των δραματικών σχολών είναι αστοιχείωτοι κι αυτό δεν είναι μόνο ευθύνη των σχολών αλλά κατά κύριο λόγο της πολιτείας.


Υπάρχει ωστόσο και το μεγάλο θέμα
της ευρύτερης θεώρησης. Εισβάλουν αθρόα και αδιάκοπα νέοι απ’ όλη την Ελλάδα για να ξεφύγουν απ’ το μεγάλο πλήθος την ανωνυμίας και να διακριθούν στο υπερυψωμένο και φωτισμένο πατάρι της σκηνής. Δεν έχουν κανένα άλλο κίνητρο, ούτε κλίση, ούτε ικανότητα, ούτε στοιχειώδη γνώση για τα περί θεάτρου. Προσέρχονται αδαείς, ανήξεροι, για να ξεφύγουν απ’ την ισοπεδωτική ζωή του χωριού, της πολίχνης, της φτωχογειτονιάς, της μοίρας των γονιών τους. Η τηλεόραση τους σαγήνεψε και τίποτα άλλο. Υπέροχη επιλογή για μια ολόφωτη καριέρα. Δεν είναι μόνο το θέατρο. Είναι και η μουσική καριέρα που εκμαυλίζει, το τραγούδι κυρίως, είναι και ο χορός, είναι και η σκηνοθεσία. Καραδοκούν φυσικά οι πενήντα δραματικές σχολές, άλλες με κάποιες αγαθές προθέσεις και άλλες απροκάλυπτα κερδοσκοπικές. Τα ευρωπαϊκά κονδύλια είναι ένα ισχυρό κίνητρο. Η κυρία Ζούνη κατέχει πολύ καλά το θέμα. Άλλος όμως ο φάκελος των δραματικών σχολών κυρία Ζούνη μου και είναι φάκελος παραφουσκωμένος. Σχηματίζεται λοιπόν ένας κόσμος ολόκληρος, που κατά τους μετριότερους υπολογισμούς ξεπερνάει τα 25000 άτομα, με μεγάλες και πολλές υποδιαιρέσεις, κόσμος απροσανατόλιστος, παραπλανημένος, πολιτικά αλλοπρόσαλλος και ασυνειδητοποίητος, σε σκότος ιδεολογικό και το χειρότερο απ’ όλα κόσμος αντιπαραγωγικός. Κόσμος παρασιτικός.

Και η πολιτεία, το υπεύθυνο κράτος τι στάση κρατάει απέναντι σ’ αυτό το θλιβερό φαινόμενο; Απέναντι σ’ ένα σύνολο τόσων νέων ανθρώπων που ακολουθεί μια αδιέξοδη τροχιά; Αδιαφορεί, κυρία Ζούνη μου. Αδιαφορεί εγκληματικά. Ερημώνουν τα χωριά, αδειάζει η επαρχία, περιφρονούνται τα πεζά επαγγέλματα και συσσωρεύονται όλα αυτά τα παραπλανημένα παιδιά στα μεγάλα αστικά κέντρα που εδρεύουν σχολές και τάχα ευκαιρίες. Σε κατάσταση κυριολεκτικά παροξυσμική όλο αυτό το πλήθος των απολωλότων ατόμων, που είτε έχουν τελειώσει κάποια σχολή, σεμινάριο, εργαστήρι, είτε βρίσκεται σε φάση σπουδών η αναζήτησης, αυτό το πλήθος που ενισχύεται αριθμητικά από σκηνοθετίζοντες, θεατρολογούντες η θεατρολόγους και από πολλές παραλλαγές, συνδυασμούς και προσμίξεις, επιχειρεί και συστήνει ομάδες, συγγράφει έργα, οργανώνει φεστιβάλ και απαιτεί επιχορηγήσεις από το ελληνικό δημόσιο, ωρυόμενο όταν δεν παίρνει.


Αυτή είναι η κατάσταση που ολοένα και χειροτερεύει
καθώς οι δραματικές σχολές πολλαπλασιάζονται, τα εργαστήρια και τα σεμινάρια το ίδιο, οι πανεπιστημιακές σχολές που παράγουν θεατρολόγους πληθαίνουν και ο όγκος αυτών όλων των καλλιτεχνιζόντων, των χωρίς αντικείμενο, των περιττών απολύτως και χρήσιμων σε κανέναν και σε τίποτα, σε μια τόσο κρίσιμη ώρα που κύριο μέλημα ολονών μας θα πρέπει να είναι πως θα γίνουμε παραγωγικοί και χρήσιμοι και πως θα κερδίσουμε αυτά που πρέπει για να συντηρηθούμε. Περί παραγωγής του πολιτιστικού αγαθού θα μπορούσε να γίνει λόγος και αντίλογος. Αλλη φορά.

Γιώργος Χατζηδάκης



Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Κίνηση Μαβίλη, μια κίνηση ελπιδοφόρα



Το παρελθόν αυτοσυστήνεται και συμβουλεύει. Στη φωτογραφία στιγμιότυπο απ' το κόψιμο βασιλόπιτας την πρωτοχρονιά του 2008, με τους εκπροσώπους των ομάδων του "Πυρ Ομαδόν", στο θέατρο Δίπυλο. Πρωτοβουλία και οργάνωση της Θεώρησης.




Ο λόγος για την «Κίνηση Μαβίλη». Οκτώ νέοι του θεάτρου, ο Χαράλαμπος Γωγιός, ο Ανέστης Αζάς, η Γκίγκη Αργυροπούλου, ο Βασίλης Νούλας, η Γεωργία Μαυραγάνη, ο Κώστας Κουτσολέλος, ο Γιώργος Βαλαής, η Ρόζα Προδρόμου και ο Γιάννης Καλαβριανός, αποτόλμησαν μια παρεμβατική πρωτοβουλία , την επωνομασθείσα «Κίνηση Μαβίλη», γύρω από την οποία συσπειρώνονται οι δυναμικότερες ομάδες του ερευνητικού θεάτρου και προβάλλουν τα αιτήματά τους. Υπάρχουν περίπου 80 «άστεγες» ομάδες πειραματικού θεάτρου στην Αθήνα. Το Υπουργείο Πολιτισμού δείχνει να αδιαφορεί για την ύπαρξή τους. Οι ίδιοι πληρώνουν εξωφρενικά ενοίκια για πρόβες, δεν επιχορηγούνται με συνέπεια, η επιβίωσή τους είναι σχεδόν οριακή κι όμως φορολογούνται σαν μικρομεσαίοι επιχειρηματίες. Σταχυολογώ μερικές απ’ τις απόψεις τους που εκφράστηκαν σε συνεντεύξεις και δελτία τύπου.

«Το πειραματικό θέατρο μοιάζει μάλλον με χόμπι πολυτελείας, κάτι σαν την ιππασία», σχολιάζει ο Βασίλης Νούλας. «Δεν ξεκινήσαμε, πάντως, την Κίνηση Μαβίλη για να παραπονεθούμε επειδή δεν πήραμε κρατική επιχορήγηση. Δεν είμαστε οι κακοί γκρινιάρηδες!» επισημαίνει η Γκίγκη Αργυροπούλου. «Θεωρούμε, βέβαια, πως το σύστημα των κρατικών επιχορηγήσεων “μπάζει” από παντού, αλλά είναι απλώς μια παράμετρος του γενικότερου προβλήματος», προσθέτει ο Γιάννης Καλαβριανός. Ο Χαράλαμπος Γωγιός θέτει το θέμα των επιχορηγήσεων σε άλλη βάση: «Η έννοια της κρατικής επιχορήγησης είναι ένα φαινόμενο που προέκυψε τον 20ό αιώνα, στο πλαίσιο της κοινωνικής πολιτικής. Επικράτησε, λοιπόν, η λογική πως η τέχνη είναι ένα είδος κοινωνικού αγαθού που θα πρέπει να στηρίζεται, όπως η υγεία και η παιδεία. Μήπως μόνο εμείς θεωρούμε δεδομένο ότι ο πολιτισμός είναι ένα τεράστιο εθνικό κεφάλαιο και το θέατρο κοινωνικό αγαθό το οποίο πρέπει να στηρίζεται από το κράτος;» «Δεν ζητάμε κάποια πολυτελή μεταχείριση. Διεκδικούμε τα αυτονόητα», διατείνεται η Γεωργία Μαυραγάνη. Ο Ανέστης Αζάς προσθέτει: «Αυτήν τη στιγμή, από νομοθετικής και φοροτεχνικής άποψης, οι πειραματικές ομάδες αντιμετωπίζονται, εντελώς εσφαλμένα, σαν μικρομεσαίες επιχειρήσεις με σκληρή φορολογία».

Η Γκίγκη Αργυροπούλου και ο Βασίλης Νούλας- ίσως και κάποιοι άλλοι- θα πρέπει ασφαλώς να θυμούνται – δεν πέρασαν δα και πολλά χρόνια - πως όλες οι διαμαρτυρίες και μερικές από τις διεκδικήσεις που προβάλλονται σήμερα στο μανιφέστο της «Κίνησης Μαβίλη», και πολλά περισσότερα, ήταν στους στόχους του αλήστου μνήμης «Πυρ Ομαδόν», της κίνησης που είχε φιλοδοξήσει να συσπειρώσει τις σκόρπιες θεατρικές ομάδες σε έναν γερό συνασπισμό και θα πρόβαλλε αιτήματα και θα διεκδικούσε μαχητικά, αποτελώντας έναν ισχυρό παρεμβατικό παράγοντα σε όλο το πολιτιστικό φάσμα. Σημείωνα λοιπόν τότε στην ιδρυτική εισήγηση του «Πυρ Ομαδόν):
«… Και η διαπίστωση είναι πως ότι ανανεωτικό σημειώθηκε στο θέατρο μας οφείλεται στις τολμηρές κινήσεις, νεανικές κατά κύριο λόγο, που επιχειρήθηκαν και πως τώρα που η κατάσταση είναι πιο κρίσιμη και η δραστηριοποίηση έχει γίνει πιο επιτακτική». Αυτά έγραφα τότε και διαβάστηκαν στη Πρώτη Συνάντηση των Θεατρικών Ομάδων που διοργάνωσε η «Θεώρηση» στις 21, 21 και 23 Νοεμβρίου του 2007 στο Άλεκτον. Είναι παρελθοντολογία να αναφερθώ στους λόγους και στους υπαίτιους που η κίνηση εκείνη δεν στάθηκε. Πιο σωστό είναι να σημειώσω πως το «Πυρ Ομαδόν» πέτυχε αλλά απέτυχε. Τους λόγους ας τους αναζητήσει ο ενδιαφερόμενος στις σχετικές ιστοσελίδες και ας τις υποθέσει διαβάζοντας τις παρακάτω αράδες απ’ το ίδιο ιδρυτικό κείμενο. «Αυτό λοιπόν που ονομάζουμε θεατρική πραγματικότητα είναι καιρός να μεταβληθεί αγαπητοί φίλοι. Αρκετά κράτησε. Η μορφή με την οποία λειτουργεί το όλο σύστημα είναι πεπαλαιομένη και ο μηχανισμός της ξεπερασμένος και δυσανεκτικός. Νέες ανάγκες, δομικές, ιδεολογικές και αισθητικές, αναφύονται και η υπάρχουσα πραγματικότητα δεν μπορεί ούτε να τις εκφράσει ούτε να τις καλύψει. Μα κυρίως δεν μπορεί να τις κατανοήσει κι ακόμα να τις συγχωρήσει. Το σύστημα αγαπητοί μου αμύνεται αποτελεσματικά…»

Και αποδείχθηκε πως το Σύστημα αμύνεται πολύ αποτελεσματικά πράγματι. Αλλά Σύστημα δεν είναι μόνο το κράτος, δεν είναι μόνο οι κατεστημένοι θεατρικοί επιχειρηματίες, με τις παχυλές επιχορηγήσεις και την 100% πληρότητα, που με την συνέργεια των των ΜΜΕ έχουν κατακτήσει την τίτλο του ποιοτικού, είναι και οι μικρότητες των μικρών. Μωρία, μισαλοδοξία, ανταγωνισμός, σκοπιμότητα και ιδεολογική θολούρα είναι κάποια απ’ τα γνωρίσματα μερικών μικρών που απέβηκαν μοιραία για την κίνηση του «Πυρ Ομαδόν».

Τριάντα έξη ομάδες συγκεντρώθηκαν τότε και γνωρίστηκαν, συζήτησαν, αντάλλαξαν ιδέες και σχέδια. Κι όταν έφτασε η στιγμή των πραγματοποιήσεων και των εφαρμογών άρχισαν εκείνες οι ατέλειωτες διαβρωτικές «γενικές συνελεύσεις», όπου ο καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του και δυσκολεύονταν πια να κρύψουν πως σχεδόν όλοι ήθελαν να αρχηγέψουν, είχαν άποψη κι ήθελαν να την επιβάλουν. Κι επειδή ήμουν ύποπτος διεκδικητής της εξουσίας- παρ’ ότι κατηγορηματικά και κατ’ επανάληψη είχα δημόσια και γραπτά δηλώσει ότι καμιά απολύτως ηγετική θέση δε μ ‘ενδιέφερε- εκδηλώθηκε ένας ενορχηστρωμένος πόλεμος εναντίον μου, ακόμα και από άτομα που συμπορευόμαστε προς ένα στόχο και σκοπό. Είναι απερίγραπτο και «φαινόμενο προς ανακοίνωση» πως και πόσο απροσδόκητα, αναίτια και απροσχημάτιστα στράφηκαν εναντίον μου. «Πατροκτονική μανία» είναι οι λέξεις που μου ‘ρχονταν τότε στο μυαλό διαβάζοντας καθημερινά τα λιβελοειδή που μου εκτόξευαν.

Το «Πυρ Ομαδόν» διαλύθηκε και οι στασιαστές, ακολουθώντας τα ίδια προγράμματα ίδρυσαν το ΔΙΚΑΝΟ που διοργάνωσε ένα φεστιβάλ, (όπως προέβλεπε το πρόγραμμα του «Πυρ Ομαδόν») και έβγαλε τεύχος ενός περιοδικού, (όπως ακριβώς ήταν προγραμματισμένο). Μόνο που το όραμα περιλάμβανε κι άλλα σημαντικότερα και ουσιωδέστερα. Στενή συνεργασία μεταξύ των ομάδων, παρεμβάσεις σε κάθε πολιτιστικό θέμα, συγκρότηση μηχανισμού ιδιωτικών χορηγιών, πρόγραμμα αυτοχρηματοδότησης και αλληλεγγύης ( για να μην εξαρτάται το πειραματικό θέατρο από τους κρατικούς φορείς) και αποκλειστικό μηχανισμό προβολής και προώθησης. Κι άλλα πολλά. Η ανωριμότητα των ατόμων εκείνων τίναξε στον αέρα κάθε σχέδιο, πρόγραμμα, πρωτοβουλία, ελπίδα. Να λοιπόν που το κατεστημένο και η σαθρότητα του Συστήματος, δεν είναι πάντα απέναντι από τις πρωτοπόρες κινήσεις αλλά ενίοτε και μέσα σ’ αυτές και η συμβουλή μου προς την «Κίνηση Μαβίλη» είναι να συνταχθούν εναντίον κάθε μορφής κατεστημένου, εξωτερικού και εσωτερικού, και να συνειδητοποιήσουν πως το θέατρο, η κοινωνία και η δεινότητα των συγκυριών τρέφουν την ελπίδα και την ευχή να μην αποτύχουν

Υ.Γ. Αλήθεια, άκουσε κανείς τίποτα για το ΔΙΚΑΝΟ;

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

Στις «πολύχρυσες» Μυκήνες του 2011



Ένας κόσμος ολόκληρος, κόσμος αρχαίος, αρχαιότατος κι ένας μεγάλος πολιτισμός κοσμογονικός, που απλώθηκε ως τα απομακρυσμένα σημεία τριών ηπείρων, όπως μαρτυράνε τα αρχαιολογικά ευρήματα που ξεθάβονται σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, στην Αφρική κι ως τις άκρες της Ασίας. Μιλάω για τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, ένα ιστορικό φαινόμενο στην ανθρώπινη πορεία που κράτησε από το 1600 π. Χ. μέχρι τον 1100, πεντακόσια πάνω κάτω χρόνια, μπορεί και περισσότερα καθώς πιστεύεται και εξαπλώθηκε στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου. Καθημερινά διαβάζουμε για ίχνη μυκηναϊκού πολιτισμού που ανακαλύπτονται, όχι μόνο στην Ελλάδα μα και σε μακρινά μέρη στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Τα δυο μεγαλύτερα ποιητικά μνημεία της ανθρωπότητας, απ’ την περίοδο αυτού του πολιτισμού εκπορεύονται και το κύτταρο του θεάτρου, η αρχαία τραγωδία, τα δεινά της δυναστείες των μυκηναίων ηγεμόνων πραγματεύονται και τους αρχέγονους μύθους της περιοχής ανακυκλώνουν. Μυκηναϊκός πολιτισμός, μυκηναϊκά ευρήματα, μυκηναϊκός κόσμος, Μυκήνες, ονόματα και σημεία γνωστά και ένδοξα, συνδεδεμένα με ότι πιο θεμελιώδες στην ιστορία του κόσμου. Κι όλα αυτά έχουν κοιτίδα ένα μικρό μέρος στην Πελοπόννησο, στην Αργολίδα, ένα χωριό λίγων κατοίκων.

Ένα μικρό μέρος, που θα μπορούσα να το πω μέρος εγκαταλελειμμένο, υποβαθμισμένο, αναξιοποίητο, σαν να ντρέπεται για το παρελθόν του, σαν να θέλει να ξεχαστεί πως σε κείνο ακριβώς το σημείο ξεπήδησε, κορυφώθηκε και συνοψίστηκε ένα μέγα θαύμα της προϊστορίας. Είναι μάταιο να καταλογίζονται οι παραλείψεις και οι ολιγωρίες στα πολιτικά πρόσωπα. Τώρα πια έχουμε καταλάβει πως όλοι αυτοί οι αιρετοί και εκλεγόμενοι εμποδίζονται η κατευθύνονται από αγκυλώσεις και σκοπιμότητες, από συμφέροντα και ψηφοθηρίες. Δεν θα σπεύσουμε λοιπόν να καταλογίσουμε ευθύνες στους υπουργούς, στους βουλευτές, στους περιφερειάρχες και στους δημάρχους, που εκτός των άλλων έχει αποδειχθεί πως οι περισσότεροι των αν δεν έχουν λειψή μόρφωση στερούνται ειδικών γνώσεων κι ακόμα πιο ειδικών ενδιαφερόντων. Μοιραία οι ευθύνες μετατοπίζονται στους ντόπιους. Σε κάθε περίπτωση βρίσκεται ανάμεσα τους κάποιος φιλόλογος η φιλολογίζων, κάποιος ιδεαλιστής, λαογράφος η αρχαιολάτρης, που θα μπορούσε να αποτελέσει πυρήνα. Υπάρχουν εξ άλλου πολιτιστικοί σύλλογοι σε κάθε μέρος που αυτοί θα ‘πρεπε να μεριμνούν για τα πολιτιστικά του τόπου. Αυτά όλα που αφορούν πολλά απ’ τα μικρά μέρη της περιφέρειας, αφορούν σε κάποιο ποσοστό και τις Μυκήνες. Κι αν για οποιοδήποτε άλλο μέρος η παραμέληση δεν είναι δραματική για τις Μυκήνες είναι.

Οι επισκέψεις τουριστών έχουν μειωθεί εντυπωσιακά στις Μυκήνες. Επισκέφθηκα την πόλη στις 27 Αυγούστου, με την ευκαιρία της παράστασης των «Βακχών» από τη δραματική σχολή «Θεμέλιο», μια παράσταση τολμηρή ως εγχείρημα και αξιέπαινη ως πρόθεση και αποτέλεσμα. Είμαι αυτόπτης μάρτυρας της υποτονικής ζωής του τόπου. Τα μαγαζιά άδεια, τα ξενοδοχεία νεκρά, (Πόση συγκίνηση για όποιον διανυκτερεύσει στο σπίτι που έμενε ο Σλήμαν, ξενοδοχείο αργότερα, μέχρι και σήμερα, κατάλυμα προσκυνητών και ποιών προσκυνητών, τα μεγαλύτερα ονόματα της παγκόσμιας διανόησης, μνημείο κι αυτό, σχεδόν ερημωμένο… ) η κίνηση των ανθρώπων αραιή και περιορισμένη. Φταίει η ύφεση σίγουρα, μα φταίει κι η παραίτηση, η απάθεια, μια μοιρολατρία αντιδραστική. Στη ταβέρνα ακούστηκαν πυρετώδεις συζητήσεις από θερμασμένους ρομαντικούς, εκτίθενται υποσχέσεις και επιδεικνύονται γνώσεις αλλά η κατάσταση παραμένει για χρόνια στάσιμη.

Μα καλά, πολιτιστικός σύλλογος δεν υπάρχει να πάρει πρωτοβουλίες; Τους νέους ανθρώπους δεν τους καίει, δεν τους ζεματίζει το βαρύ πολύτιμο παρελθόν, δεν τους εμπνέουν παραδείγματα άλλων τόπων; Και πολιτιστικοί σύλλογοι υπάρχουν (τρεις τον αριθμό) και παραδείγματα κραυγάζουν πανταχόθεν, αλλά κάθε ξεκίνημα σκοντάφτει. Στην ηττοπάθεια; Στην νεοελληνική κακοδαιμονία; Στη διαίρεση και στον στον ανταγωνισμό, στην υπονόμευση όποιων πρωτοβουλιών που προέρχονται απ τους άλλους; Θα ‘πρεπε οι Μυκήνες να έχουν μια πνευματική ζωή που να τραβάει ενδιαφέρον απ’ όλον τον κόσμο. Να διοργανώνονται συνέδρια και φεστιβάλ, αρχαιολογικά συμπόσια και ακαδημαϊκοί κύκλοι όπου να συζητιούνται ζητήματα αρχαιολογίας, ποίησης, μυθολογίας, ψυχολογίας, θέματα για θέατρο. Ας σταθούμε σ’ αυτό. Πάνω από εκατό θεατρικά έργα έχουν γραφτεί σ’ όλες τις εποχές με πρότυπα απ’ τον κύκλο των Ατρειδών. Πρόχειρα, προχειρότατα μπορούμε να θυμηθούμε έργα του Σενέκα, του Αλφιέρη, του Ρακίνα, του Χόφμανσταλ, του Γκαίτε, του Ο Νηλ, του Ζιρωντού, του Σαρτρ, της Γιουρσενέρ, του Μαρτσέλλο, του Μπλάνκο, της Μνούσκιν και νεοελληνικά του Κατσάνη, του Αλέξανδρου Μάτσα, του Ρίτσου, του Καμπανέλλη, του Στάικου κι αμέτρητα άλλα ντόπιων και ξένων, παλιών και νέων. Ένα φεστιβάλ θεάτρου με έργα από τα εμπνευσμένα απ’ τον ατρειδικό κύκλο θα είχε τεράστιο διεθνές ενδιαφέρον. Θα ήταν μια μοναδική διοργάνωση σε παγκόσμιο επίπεδο. Και το μέγα προνόμιο, να τελείται με φυσική σκηνογραφία το αυθεντικό ανάκτορο των Μυκηνών.

Είναι πολύ μεγάλου διαμετρήματος τέτοιου είδους οραματισμοί και είναι αδιανόητοι για τις μικρές ψυχές και τα στενά μυαλά των τυπικών αρμοδίων. Θα ανασυρθούν δυσκολίες, οικονομικές προϋποθέσεις, οργανωτικές αδυναμίες, κλπ για να μην μετακινηθούν οι κανόνες της πεπατημένης μικροζωής. Το κράτος δεν δίνει λεφτά, οι πλούσιοι αδιαφορούν, οι κομματικές σκοπιμότητες ορθώνουν εμπόδια, δεν είναι τώρα οι κατάλληλες συγκυρίες… Μα μπορεί να γίνουν οι Μυκήνες ένα μεγάλο κέντρο με πολυάνθρωπη προσέλευση όλο το χρόνο, να ανορθωθεί το γόητρο της χώρας μας παγκόσμια, να καταστεί η Αργολική γή πολυπόθητος τόπος προορισμού. Αν αυτοί που ρυθμίζουν τις τύχες αυτών των οραμάτων είναι μικρού μεγέθους θα βρούν σκοντάμματα να προφασιστούν, αν όμως είναι πράγματι απ’ τους λίγους, τους δυνάμενους θα επινοήσουν τρόπους να τα ξεπεράσουν όλα. Ας παραδειγματιστούν απ’ τους ικανούς γείτονες της Νεμέας, που με τόση επιτυχία οργανώνουν κάθε τέσσερα χρόνια την αναβίωση των Νεμέων Αγώνων, με αγώνες, θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες και με παγκόσμια προσέλευση. Ας παραδειγματιστούν απ’ τους γείτονες του Κιάτου που διοργανώνουν κάθε χρόνο Συνάντηση Αρχαίου Δράματος, τα «Σικυώνια», με συνέδριο και πολλές παραστάσεις και με συμμετοχές πολλών επαγγελματικών σχημάτων παγκόσμιας φήμης όπως το θέατρο «Άττις» του Θόδωρου Τερζόπουλου και με γενικό κόστος, όπως γράφτηκε στις εφημερίδες, 130000 ευρώ… Ας παραδειγματιστούν απ’ τους γείτονες του «Λύκαιου Δία» που οργανώνουν στην κορυφή του Λυκαίου, στην Μεγαλόπολη, κάθε τέσσερα χρόνια τα «Λύκαια» με παραστάσεις, τελετές, κι άλλες πολλές εκδηλώσεις.

Υπάρχουν παραδείγματα πετυχημένα από κοντινά μέρη, μνημεία αθάνατα της ιστορίας και του μύθου που ο υπογραφόμενος πήρε μέρος σε όλα και πολλές φορές κι έχει με παραστάσεις υπογραμμίσει τη δόξα του μακρινού παρελθόντος κάθε τόπου, ενός παρελθόντος σπουδαίου και μεγάλου που, ωστόσο δεν συγκρίνεται με το μεγαλείο των πολύχρυσων Μυκηνών. Αν δεν γίνουν βήματα και δεν ληφθούν αποφάσεις όλα θα μείνουν όπως είναι. Η μικρή πόλη με την μεγάλη ιστορία θα ακολουθήσει τη μοίρα της γενικής ύφεσης και θα βυθίζεται στην εγκατάλειψη με τα όνειρα και τα σχέδια να μαραζώνουν. Και οι σκιές των μύθων θα πλανώνται απαρηγόρητες στους λόφους των πανάρχαιων ερειπίων, παρακολουθώντας μελαγχολικά τους επιγόνους να καταγίνονται με τα ποδοσφαιρικά τους προβλήματα, τα κομματικά, τις μωροφιλοδοξίες και τις αιώνιες αντιθέσεις της νεοελληνικής παθογένειας.

Γιώργος Χατζηδάκης

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Θα πτωχεύσουμε και πολιτιστικά;



Η Φαίδρα Χατζηκωνσταντή Ευρώπη στην Αρπαγή της Ευρώπης το καλοκαίρι του 2003 στην Κρήτη στο φεστιβάλ Ταλλαία

Η Φαίδρα Χατζηκωνσταντή σε μια σκηνή απ' το έργο Εκδρομή που παρουσίασε το καλοκαίρι του 2011 η ομάδα Mkultra της Γκίγκης Αργυροπούλου.



Στην πρόσοψη του πολιτιστικού θέρους δε φάνηκε καθόλου η ύφεση, στα ενδότερα όμως η επίδραση ήταν ισχυρή. Ισχυρή και καταλυτική. Σε κάποιες περιπτώσεις ωστόσο πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε πως το πνεύμα της περισυλλογής αποδείχτηκε ωφέλιμο. Ιδιαίτερα στο Ελληνικό φεστιβάλ οι περικοπές του προϋπολογισμού του μετέβαλαν υποχρεωτικά τα κριτήρια των επιλογών του και οδήγησαν σε παραγωγές με παραστάσεις νεανικών σχημάτων χαμηλού κόστους. Ιδιαίτερα η τριπλέτα που συμπεριλήφθηκε στην ενότητα «Πολεοδομές», με τις ομάδες Nova Melancholia ( Βασίλης Νούλας), Mkultra (Γκίγκη Αργυροπούλου) και Mag Κώστας Κουτσολέλος), αποτέλεσαν λόγω λιτότητας, απόπειρα που η ευμάρεια δεν θα την ενέπνεε. Αυτό αποτέλεσε άνοιγμα σημαντικό ανεξάρτητα απ’ το όποιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Δεν είδα και δεν μπορώ να πω. Ξέρω όμως ότι έγινε. Αυτό το παράδειγμα, όπως και πολλά άλλα, αποδεικνύουν πως καλή πολιτιστική δουλειά γίνεται και με λίγα λεφτά. Δεν θα ευνοηθούνε βέβαια οι υμέτεροι, τα κομματικά κολλητάρια, της παρεούλας τα παιδιά και τα χαϊδεμένα των ΜΜΕ. Ε, τι να κάνουμε; Ύφεση είναι αυτή θα ‘χει και… παράπλευρες απώλειες. Ας αναλογιστούμε εξ άλλου πως τα άτιμα τα χαρίσματα και οι αναίτιες σπατάλες μας έφτασαν εδώ που μας έφτασαν. Συμπέρασμα: πολιτισμός, αληθινός, ουσιαστικός, καρπερός γίνεται και με ακόμα λιγότερα αρκεί να υπάρχει νους και γνώση.

Διοργανώσεις με ταυτότητα

Γι αλλού ξεκίνησα και σ’ άλλα σας πήγα. Ναι, γίνονται λιγότερα και φθηνότερα αλλά είναι ολέθριο να μην γίνεται τίποτα. Ας επικεντρωθούμε στις μικρές περιφερειακές εκδηλώσεις, τις πολιτιστικές διοργανώσεις των δήμων. Οι πιο πολλές πραγματοποιήθηκαν. Με περικομμένους προϋπολογισμούς, με συνδυασμούς και περιορισμούς, με αξιοποιήσεις των τοπικών δυνάμεων πολλές τα κατάφεραν να μην σιωπήσουν τελείως. Είναι όμως δυσάρεστο, από φτώχεια να χάνουνε τον εαυτό τους και αναφέρομαι ιδιαίτερα σε όποια λίγα φεστιβάλ είχαν κατορθώσει να βρούνε έναν προσανατολισμό. Με προσπάθειες και πίστη στην τοπική παράδοση και ιστορία κάποιοι οραματιστές, ξεπερνώντας δυσκολίες, αντιδράσεις, κομματικές αντιπαλότητες και μικροψυχίες και άλλα άνθη του κακού που ενδημούν στα μικρά μέρη, κατάφερναν οι ιδεαλιστές αυτοί να δώσουν στο φεστιβάλ τους μια ταυτότητα. Μια θεματική φυσιογνωμία. Το ανέσυραν απ’ το σωρό, από την απρόσωπη πλειάδα των πάσης φύσεως, ασύντακτων η συντεταγμένων, ανώνυμων η τιτλοφορημένων και του δημιούργησαν υπόσταση. Γιατί, τα θεματικά φεστιβάλ του καλοκαιρινού μας ορίζοντα πόσα να είναι θαρρείτε; Ούτε μια ντουζίνα. Κατόρθωμα λοιπόν να φτιαχτεί τοπικό φεστιβάλ με θεματικό χαρακτήρα. Με μπούσουλα και κατεύθυνση ιδεολογική.

Στα λημέρια του Τάλου

Σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλα που δεν έτυχε ν’ ακούσω κάτι γι αυτά, μα αυτό για το οποίο ξέρω πολλά κι τα ξέρω από πρώτο χέρι, είναι το φεστιβάλ Ταλλαία. Συμπλήρωσε μια δεκαετία το μικρό αυτό φεστιβάλ που φύτρωσε στις πλαγιές των Ταλαίων βουνών. Εκεί που σύμφωνα με τους θρύλους του Μυλοποτάμου ήταν τα λημέρια του περίφημου Τάλου, του μεταλλικού γίγαντα που ο Δίας τον είχε ορίσει προστάτη της Κρήτης και της Ευρώπης, της κόρης που είχε κλέψει απ’ τη Φοινίκη. Το όνομα αυτών των βουνών έδωσε ο εμπνευστής και δημιουργός του φεστιβάλ, στο δημιούργημα του και ήταν μια αναφορά στο μυθολογικό σιδερένιο δαιμόνιο που κόνευε κάποτε σ’ αυτά τα μέρη. Μα η αναφορά στην αρχή περιοριζόταν μόνο στο όνομα, γιατί κατά τα άλλα ήταν μια διοργάνωση στο multiculti, με παραγωγές του συρμού, απ αυτές που προσφέρονταν παντού. Η ευκαιρία παρουσιάστηκε και ο εμπνευσμένος πρωτοστάτης μου πρότεινε ένα έργο με πρωταγωνιστή τον ίδιο τον Τάλω. Ιδού κατατοπιστικά αποσπάσματα απ’ το λόγο του Μανούσου Κλάδου στα δεκάχρονα των Ταλλαίων, που τα λέει όλα.

Απ’ το λόγο του Μανούσου

«Και αφού αποφασίσαμε, ότι θέλαμε ένα πολιτιστικό γεγονός, τότε τέθηκε και το ζήτημα του πως θα το ονομάσουμε. Κατατέθηκαν αρκετές προτάσεις. Μίλησα τελευταίος και είπα τη λέξη Ταλλαία, Η πρόταση έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. Ο καθηγητής Μιχάλης Τρούλης μας προσδιόρισε τη γραφή της λέξης ώστε να μην γράφεται με έψιλον και ένα λάμδα όπως τα Ταλέα όρη αλλά με δύο λάμδα και άλφα γιώτα το έ, ώστε να ξεχωρίζει, ότι αναφερόμαστε σε δρώμενα προερχόμενα από τον Τάλω. Και έτσι βαπτισμένο πλέον το φεστιβάλ ξεκίνησε ένα ταξίδι που συνεπήρε μαζί του όλους τους δημότες του μικρού αυτού Μυλοποταμίτικου δήμου. Παρουσιάσαμε παραστάσεις και συναυλίες σε χωριά που ποτέ μέχρι τότε δεν είχαν φιλοξενήσει τέτοια γεγονότα και δεν ήξεραν τι ήταν το θέατρο ή πως εκτός από τα πανηγύρια, υπάρχουν και οι συναυλίες, οι εκθέσεις και οι άλλες εκδηλώσεις. Μέσα από το φεστιβάλ, αρχίσαμε να γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Να νιώθουμε όλοι κάτοικοι του ίδιου χωριού. Αρχίσαμε να δουλεύουμε για το κοινό όφελος όλων των οικισμών και όχι μόνο ο καθένας για το δικό του. Τα καλοκαίρια οι πλατείες των χωριών μας ζωντάνεψαν. Διαπιστώσαμε ότι τα «Ταλλαία» έγιναν κομμάτι της ζωής του μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού του Δήμου μας….»

Μια πραγματικότητα που δεν γίνεται ν’ αγνοηθεί

«…Όταν πας στο Κρυονέρι των 20 κατοίκων και μαζεύονται χίλια άτομα για μια παράσταση, τότε κάτι συμβαίνει. Όταν πας στον Άγιο Ιωάννη των 15 κατοίκων και μαζεύονται 350 δημότες, τότε κάτι γίνεται διαφορετικό. Όταν κάνεις συναυλία στο Βώσσακο και το κοινό αγγίζει τα 2000 άτομα, τότε μάλλον έχεις πετύχει. Μέχρι σήμερα δεν είχαμε καμία αποτυχημένη εκδήλωση στο δήμο μας αναφορικά με τη συμμετοχή του κοινού. Έπρεπε λοιπόν να κάνουμε το επόμενο βήμα. Εκείνο, με το οποίο θα προσπαθούσαμε να προσδιορίσουμε τη φιλοσοφία του φεστιβάλ. Είχαμε το όνομα. Τάλως, Ταλλαία, μύθοι, Κρητική Μυθολογία για την ακρίβεια. Διότι ένα φεστιβάλ, για να είναι ξεχωριστό, δεν μπορεί μόνο να φιλοξενεί παραγωγές. Ένα πρόγραμμα εκδηλώσεων. Θέλαμε όμως το κάτι παραπάνω… Ξέραμε τι θέλαμε αλλά δεν είχαμε βρει τον κατάλληλο άνθρωπο. Ψαχνόμασταν με όλους τους θιάσους που φιλοξενούσαμε χωρίς αποτέλεσμα. Μέχρι που ήρθε στη Αγιά η μυθική Ευρώπη. Χωρίς καμία υπερβολή, εκείνον που χρειαζόμασταν τον πήρε στην πλάτη του ο Ταύρος, ο ίδιος που έκλεψε την Ευρώπη -σύμφωνα με τον μύθο- και μια ωραία βραδιά μας τον έφερε στην Αγιά. Συνάντησα το θίασο, εδώ στο Γαράζο μετά την παράσταση στην Ταβέρνα του Μηνά όπου και γνώρισα τον Γιώργο Χατζηδάκη. Του είπαμε την ιδέα, ότι θα θέλαμε να ανέβει ένα έργο βασισμένο στο μύθο του Τάλω, απ’ όπου και το όνομα του φεστιβάλ. Ομολογώ ότι όταν ολοκληρώθηκε εκείνη η βραδιά, ήξερα, ότι από όσους είχα γνωρίσει μόνο ο Χατζηδάκης είχε το μεράκι να ασχοληθεί με κάτι τέτοιο. Παράλληλα όμως πίστευα, ότι μάλλον δεν θα το έκανε. Δεν θα έμπαινε σε αυτή τη διαδικασία…»

Κι όμως το ‘κανα, Μανούσο

«Δεν μπορείτε λοιπόν να φανταστείτε την έκπληξη μου αλλά και τον ενθουσιασμό μου όταν μετά από περίπου τρεις μήνες, δέχθηκα το τηλεφώνημα του Γιώργη Χατζηδάκη, ότι το θεατρικό έργο ΤΑΛΩΣ ήταν έτοιμο! Και το καινούργιο ταξίδι ξεκίνησε. «Τάλως» πρώτα για δυο χρόνια και μετά, «Φρονίμη της Αξού» και τρίτο «Αλοίδες», τρία έργα είναι το αποτέλεσμα αυτού εγχειρήματος. Τρία νέα έργα, γραμμένα, σκηνοθετημένα, με πρωτότυπη μουσική της Σωτηρία Κολόζου, αποκλειστικά για το δικό μας φεστιβάλ. Ο Γιώργης Χατζηδάκης και η ομάδα «Θεώρηση», προσδιόρισαν επακριβώς τη φιλοσοφία των «Ταλλαίων» και κατέστησαν ξεχωριστό και ιδιαίτερο αυτό το φεστιβάλ. Ένα φεστιβάλ, που έδιδε πλέον το καινούργιο στο πολιτιστικό στίγμα, όχι μόνο της περιοχής μας αλλά και της χώρας μας. Μπορεί να φιλοξενήσαμε μεγάλους θιάσους, διάσημους ηθοποιούς και τραγουδιστές, μπορεί να φέραμε σπουδαία ονόματα της μουσικής και του θεάτρου, μπορεί και όντως κάναμε πολλά. Κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί μας επειδή φέραμε τον Α ή τον Β καλλιτέχνη. Τους βλέπουν όλοι παντού. Όλες οι μεγάλες αθηναϊκές εφημερίδες και όλα τα πολιτιστικά έντυπα ασχολήθηκαν με τα Ταλλαία και τα καθιέρωσαν, αποκλειστικά γιατί δώσαμε τον «Τάλω», τη «Φρονίμη της Αξού» και τις «Αλοΐδες Νύμφες». Δώσαμε τη μυθολογία του τόπου μας. Φέτος, προκειμένου να γιορτάσουμε τα δέκα χρόνια Ταλλαία, ο Γιώργης Χατζηδάκης έφτιαξε την μουσικοχορευτική και θεατρική παράσταση « Ο Ψηλορείτης τραγουδά τους μύθους του», που αποτελούν ένα ολοκληρωμένο έργο με όλους τους βασικούς μύθους της περιοχής. Και εδώ μπαίνει και το νέο ερώτημα. Και τώρα τι; Πως θα συνεχιστεί το φεστιβάλ; Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα και πως θα πρέπει να εξελιχθούν τα πράγματα. Είναι γεγονός, ότι βρισκόμαστε σε μια νέα καμπή…»

Οι ευθύνες των ιθυνόντων και των πλούσιων

Ήταν τυχερό στα δεκάχρονα των Ταλλαίων να πέσει βαρύγδουπη η Στρίγγλα Ύφεση αγκαλιαστή με τον Καλλικράτη. Τα δεδομένα ανατράπηκαν και το μικρό φεστιβάλ πνίγηκε. Όπως κι άλλα μικρά φεστιβάλ της περιφέρειας. Υπήρχαν σχέδια, ιδέες και προτάσεις που έμειναν μετέωρες. Το έργο μου «Ιδομενέας, μεγάλος βασιλιάς», συνέχεια που θα ολοκλήρωνε έναν μυθολογικό κύκλο. Θα δυστυχήσει πολιτιστικά ο τόπος άραγε; Αυτές οι εστίες θα σβήσουν; Το έργο που ξεκίνησε ο Μανούσος, ο Μιχάλης, ο Δημήτρης, ο Γιώργης, η Κωνσταντίνα κι όλοι οι άλλοι ανακόπηκε; Γιατί το ΥΠΠΟ του κ. Γερουλάνου δεν υιοθετεί δυο τρία η και πέντε μικρά τοπικά φεστιβάλ που έχουν σημειώσει ένα οδοιπορικό σαν αυτό των Ταλλαίων. Γιατί ο Λούκος, με τις πρωτότυπες συλλήψεις και τα ρηξικέλευθα ανοίγματα των εκδηλώσεων, δεν απλώνει την καλή του διάθεση και σε δυο τρία τοπικά φεστιβάλ που θα διαλέξει να τα φέρει στην πρωτεύουσα με δικές τους παραγωγές. Και οι πλούσιοι, τι κάθονται και κλωσάνε τα πλούτη τους; Θέλουν να αποδείξουν πως στ’ αλήθεια η άνθρωποι του χρήματος δεν έχουν πνευματικές και ευαισθησίας και μόνο τα κέρδη προσκυνάνε; Οι Κρήτες Κροίσοι σε τέτοιους χαλεπούς καιρούς που πολλά τοπικά φεστιβάλ σιγούν και ιδιαίτερα τα Ταλλαία, γιατί δεν ευαισθητοποιούνται να βάλουν το χέρι στην τσέπη; Τι είναι για τους Δασακαλαντωνάκηδες, για τους Βαρδινογιάννηδες, για τους Μαμιδάκηδες την Creta Farm, τις Ακτοπλοϊκές Εταιρείες να υιοθετήσουν πέντε τοπικές πολιτιστικές εκδηλώσεις και να δώσουν 50000, 100000, 200000 απ’ τα κέρδη τους για τα Ταλλαία, ας πούμε; Τι θα γίνει; Θα φτωχύνουν; Φιλότιμο χρειάζεται απ’ όλους και λίγο ν’ αποτραβήξουν των ομματιών τους απ’ τα συμφέροντα και τη βιτρίνα και να δούνε και πιο μέσα, εκεί που πραγματικά κυοφορείται ο πολιτισμός της πατρίδας και τρέφεται απ’ τη ρίζα της παράδοσης. Ας ξαναδιαβάσουν πιο προσεκτικά αυτά που είπε ο Μανούσος.

Γιώργος Χατζηδάκης

Κυριακή 31 Ιουλίου 2011

Το επιτέλους τέλος του Ε.ΚΕ.ΘΕ.Χ

Με καθυστέρηση ενός χρόνου ανακοινώθηκε η κατάργηση του Εθνικού Κέντρου Θεάτρου και Χορού, που ενώ τελούσε σε απόλυτη αδράνεια, τα έξοδα και οι μισθοί τρέχανε. Ο οργανισμός αυτός, που σπατάλησε πολλά χρήματα και καθόλου δεν ωφέλησε το θέατρο η τον χορό, ήταν έργο του τότε υπουργού πολιτισμού Γιώργου Βουλγαράκη, που θα τον θυμόμαστε και για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου, για τις offshore εταιρείες του και για το μεγαλοφυούς σύλληψης σχέδιο να ιδρύσει ανεξάρτητο οργανισμό με πολλά φιλόδοξα σχέδια για την πρόοδο του θεάτρου. Πρόεδρο διόρισε τον επιχειρηματία, εκδότη, αντιπρόσωπο οίκων οπλικών συστημάτων Γιώργο Δραγώνα και νομίζω πως τα πεπραγμένα του οργανισμού αρκούν για να αξιολογήσουν το έργο του ΕΚΕΘΕΧ, ώστε να μην χρειαστεί να διακινδυνεύσουμε σχολιάζοντας το ασυμβίβαστο θεάτρου και χορού με τις επαγγελματικές ιδιότητες του προέδρου του. Δεν ξέρω πόσο παρακινδυνευμένο είναι ωστόσο αν δεν παρασιωπήσουμε πως κάποια πρόσωπα του ευρύτερου θεατρικού χώρου, ίσως εν αγνοία τους, προσφέρανε τις πνευματικές τους προσωπικότητες ώστε να στηθεί προσχηματικό σκηνικό. Ας μην υπεισέρθουμε βαθύτερα , το χρονικό θα έχει κρατήσει τις σημειώσεις του.

Νέα Επιτροπή

Ένας άλλος, ο τωρινός υπουργός πολιτισμού της κυβέρνησης των μνημονίων, διόρισε προ ημερών μια καινούργια επιτροπή θεατρικών επιχορηγήσεων με νέους όρους και πρόσωπα έγκυρα και αδιάφθορα, που δεν θα αποφύγουν ωστόσο κι αυτά τον καθιερωμένο χορό των αντιρρήσεων. Αποτελούμενη από πανεπιστημιακούς με αδιαπραγμάτευτο κύρος, θεατρικούς κριτικούς η νέα σύνθεση της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Θεάτρου, έχει πρόεδρο τον καθηγητή και κριτικό θεάτρου Δημήτρη Τσατσούλη και μέλη τον Γιώργο Δεπάστα, μεταφραστή, την Δήμητρα Κονδυλάκη, δραματολόγο, την Ασπασία Κράλλη, ηθοποιό και σκηνοθέτιδα, τον Γιάννη Μόσχο, σκηνοθέτη, την Ειρήνη Μουντράκη, θεατρολόγο και κριτικό και τον Σάββα Πατσαλίδη, καθηγητή θεατρολογίας και κριτικό. Σώμα γερό και αδιάβλητο δυο βασικά γνωρίσματα. Πρώτο και θετικό το γνωστό ενδιαφέρον του προέδρου της για τα νεανικά σχήματα και δεύτερο, αρνητικό, πως πολλοί οι θεωρητικοί και κανένας εκπρόσωπος της σκηνικής θεατρικής πράξης. Ανισόρροπο;

Επιφυλάξεις, Αμφιβολίες και Ελπίδες

Η ουσία ωστόσο δεν βρίσκεται στην ιδανικότητα των υπουργικών επιλογών, ούτε στους νεωτερισμούς των όρων και των προϋποθέσεων. Το όλο ζήτημα επικεντρώνεται στο αν υπάρχουν η αν θα υπάρξουν λεφτά για να δοθούν επιχορηγήσεις. Μήπως δηλαδή η επιτροπή αυτή ανακοινώθηκε για το θεαθήναι. Δεν πιστεύω πως από τον προσεχή Οκτώβριο, που θα αρχίσουν τα αυτόφωρα και φυλακίσεις για φορολογικές οφειλές λίγων χιλιάδων, που θα υλοποιηθούν οι απολύσεις των συμβασιούχων, που θα συγχωνεύονται πανεπιστήμια και νοσοκομεία, που θα μεθοδεύονται νέοι όροι και νέες μειώσεις μισθών και συντάξεων, η κυβέρνηση θα τολμήσει να ανακοινώσει χορηγίες στα θέατρα. Όταν το θέαμα ανθρώπων που ψάχνουν τα σκουπίδια και τα υπολείμματα των λαϊκών αγορών για να τραφούν, τα επιδοτημένα από σκηνής θεάματα, με την σύμπραξη δραματολόγου η χωρίς, θα αποτελούν πρόκληση άγρια και επικίνδυνη. Δεν ξέρω πάλι. Μπορεί. Όσο για την καταλληλότητα της επιτροπής είναι αναμφισβήτητο πως περιλαμβάνει και ανθρώπους γνωρίζοντες που θα ευνοήσουν – αν υπάρξουν λεφτά - νέα λαμπυρίζοντα σχήματα του θεατρικού στερεώματος, αποφεύγοντας τους λαμπρούς καλοταϊσμένους και αυτάρκεις σταρ των επιχορηγήσεων. Έτσι θα μειωθεί και η προκλητικότητα αλλά και οι χορηγίες θα αποτελέσουν δημιουργικές και παραγωγικές επενδύσεις. Απ’ αυτή την άποψη η προεδρία του Τσατσούλη αποτελεί εγγύηση.

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

Αλβανοί ηθοποιοί στο ελληνικό θέατρο



Η Αλεξάνδρα Χασάνι σε δυο στιγμιότυπα από παράσταση




Γινόμαστε μάρτυρες βαθιών πολιτιστικών ανατροπών και αναμοχλεύσεων, ιστορικών θα μπορούσαμε να τις πούμε, που έχω την εντύπωση πως δεν έχουμε συλλάβει την έκτασή τους, το βάθος και την σημασία τους καθώς μας απασχολούν μερικές μόνο πλευρές των εκφάνσεών τους. Είναι τώρα μερικά χρόνια (ξεπερνούν οπωσδήποτε τα δεκαπέντε) που ο πληθυσμός της χώρας μας έχει δεχθεί μια μετάγγιση από προσφυγικά κύματα αλλοεθνή, με άλλες μορφωτικές καταβολές, άλλες γλώσσες, διαφορετικές θεωρήσεις του κόσμου και εν πολλοίς άλλες αξίες. Το μεγαλύτερο ποσοστό των μετοίκων αυτών είναι βορειοευρωπαίοι και Βαλκάνιοι, με τους Αλβανούς να έχουν το μεγαλύτερο ποσοστό ανάμεσα σ’ όλους τους μετανάστες. Οι πρώτοι Αλβανοί ήρθαν με τα παιδιά τους ή τα έφεραν μετά από κάποιο διάστημα, η τα απέκτησαν εδώ, το γεγονός είναι πως σήμερα τα σχολεία της χώρας μας έχουν μεγάλο ποσοστό μαθητών από την Αλβανία, στις τάξεις του Δημοτικού, του Γυμνασίου και του Λυκείου και αρκετοί απόφοιτοι έχουν ανέβει ήδη τα σκαλιά των ελληνικών Πανεπιστημίων. Κι όπως είναι φυσικό οι δραματικές σχολές δεν άφησαν τους νέους των ξένων ασυγκίνητους.




Ο Ενκε Φεζολάρι. Ο μεσαίος την κάτω φωτογραφία




Η Μιρέλα Κόντι είναι μια Αλβανίδα που έχει τελειώσει μια αθηναϊκή δραματική σχολή. Είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ μαζί της όταν πρόσφατα σκηνοθέτησα τους «Ιχνευτές» του Σοφοκλή και είμαι σε θέση να σου περιγράψω πόσο βαθιά έχει αφομοιώσει, όχι μόνο τη γλώσσα και τους κανόνες της θεατρικής τέχνης (η μετάφραση ήταν σε δεκαπεντασύλλαβο) μα και την θεωρητική γνώση για το αρχαίο θέατρο, την μυθολογία, τους ομηρικούς Ύμνους. Εκτός απ’ τον ρόλο της Μαίας, της μητέρας του Ερμή, την είχα και βοηθό μου. Μπορώ, λοιπόν, να μιλήσω με ενθουσιασμό για την ευσυνειδησία της, την συνέπειά της, την πλήρη επάρκεια της σε ότι της ζητήθηκε. Στα προσεχή χρόνια συνεργάστηκα και πάλι μαζί της. Στο έργο «Φρονίμη, η πριγκίπισσα της Αξού» ανέλαβε έναν ρόλο δύσκολο και υπεύθυνο, την αμαζόνα Δεξίππη, που πρωτοστατεί στον ξεσηκωμό των γηγενών Κρητών κατά των εισβολέων Αχαιών.


Ωστόσο η Μιρέλα δεν είναι η μόνη Αλβανίδα στο ελληνικό θέατρο. Έχουμε πολλές φορές χειροκροτήσει τον Λαέρτη Βασιλείου, σε ρόλους δύσκολους, με σημαντικές συμμετοχές σε απαιτητικές διανομές, αλλά έχουμε εντυπωσιαστεί και από σκηνοθεσίες του. Κατά τους υπολογισμούς μου μια ντουζίνα- τουλάχιστον - νέοι εξ Αλβανίας υπολογίζονται αυτή τη στιγμή στην λεγεώνα των ηθοποιών μας και είναι βέβαιο πως στα αμέσως προσεχή χρόνια θα πολλαπλασιαστούν εντυπωσιακά. O Ένκε Φεζολάρι που ζει 17 χρόνια στην Ελλάδα και σπούδασε ηθοποιός στο Κ.Θ.Β.Ε., έχει διανύσει ένα δύσκολο αλλά δημιουργικό και πλούσιο οδοιπορικό στους δρόμους της θεατρικής ζωής του τόπου μας. Πολύ πρόσφατα αποφοίτησε με άριστα απ’ τη σχολή του Εθνικού θεάτρου μια νεότατη κοπέλα, Αλβανίδα, που ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία τριών χρόνων και φυσικά έχει και παιδεία και γλώσσα Ελληνική. Η Αλεξάνδρα Χασάνι έχει διακριθεί σε ότι έχει παίξει μέχρι τώρα και είναι ήδη περιζήτητη. Σπουδαστής στο Εθνικό είναι και ο Τζανής Ρίνο που οι προβλέψεις για το ταλέντο του είναι πολύ θετικές. Υπάρχουν φυσικά κι άλλοι. Θα μιλήσουμε στο μέλλον γι αυτούς. Εκτός αν μας προλάβουν κι επικοινωνήσουν πρώτοι εκείνοι μαζί μας.


Η τέχνη του θεάτρου δεν είναι μια οποιαδήποτε δουλειά ή σπουδή, που μπορεί εύκολα να κάνει ένας μετανάστης στην χώρα μας. Απαιτείται απόλυτη γνώση της γλώσσας και της εκφοράς της. Απαιτείται επίσης μια ιδιαίτερη αφομοίωση της ελληνικής κουλτούρας. Ιστορία, λαογραφία, λογοτεχνία, μυθολογία, κοινωνιολογία, γνώσεις που και οι ντόπιοι σπουδαστές δυσκολεύονται να αποκτήσουν. Οι Αλβανοί, ωστόσο, απ’ όσες περιπτώσεις έχω υπ’ όψη μου, με έχουν εκπλήξει. Εγκολπώνονται την ελληνική μόρφωση, ενσωματώνονται στον πολιτισμό μας, αφομοιώνουν την θεατρική σπουδή, με τέτοια όρεξη που πιστεύω πως πολύ σύντομα θα κατακτήσουν ξεχωριστές θέσεις στο θεατρικό μας στερέωμα. Σημείωσα πως «θα κατακτήσουν» ενώ στην πραγματικότητα θα κατακτηθούν, με μια κατάκτηση όμως αβίαστη, εκούσια, επιθυμητή και σπουδαία, με την έννοια άξια σπουδής.


Στο παρόν και στο μέλλον το ελληνικό θέατρο, η γλώσσα μας, το δραματολόγιό μας με την εικόνα της ελληνικής κοινωνίας του 19ου, του 20ου και του 21ου αιώνα, η θεατρική μας παράδοση, αρχαία και βυζαντινή θα δρουν δυναμικά σε όλο τον βαλκανικό χώρο κι αυτό θα είναι μια πολιτιστική επικράτηση ανυπολόγιστης σημασίας. Προς αυτή τη κατεύθυνση ας στραφεί το ενδιαφέρον της Πολιτείας, των Κρατικών Θεάτρων, της Εταιρειών θεατρικών Συγγραφέων και Σκηνοθετών, της Ένωσης Κριτικών, του Σωματείου Ηθοποιών, του Συλλόγου Αποφοίτων θεατρικών Σπουδών, η πολυάριθμη Κοινότητα Πανεπιστημιακών περί το θέατρο ασχολουμένων, οι ποικίλες Επιτροπές, για όλους αυτούς, τους είτε με σπουδαίους στόχους ασχολούμενους, είτε είναι από τους φληναφούντες ματαιόσπουδους. Ιδού φίλτατοι μου στάδιο δόξης λαμπρό, σπουδαίο και ουσιαστικό. Είναι απαίτηση των δεινών καιρών να εγκαταλείψουν την ανησυχία της καρέκλας και της σφραγίδας, να αποστραφούν λίγο απ’ τις συντεχνιακές τους αγωνίες. Δεν ακούν πως όλοι απαιτούν οι πνευματικοί άνθρωποι να ενεργοποιηθούν. Η εξάπλωση της ελληνικής θεατρικής κουλτούρας στο βαλκανικό χώρο δεν είναι μόνο εθνικό αίτημα αλλά και βαλκανική αναγκαιότητα.

Από την παράσταση της "Φρονίμης". Η Μιρέλα Κόντι η προτελευταία από αριστερά

Τρίτη 12 Ιουλίου 2011

Σεμινάρια, κι όποιος αντέξει



Σμήνη σεμιναρίων φέρνουν βόλτες στον θεατρικό μας ορίζοντα. Σεμινάρια επί παντός επιστητού. Σε μια ηρωική εξόρμηση να συμπληρώσουν τα εμφανή κενά που αφήνουν οι δραματικές σχολές στην θεατρική τους κατάρτιση, οι νεοσσοί του θεάτρου ρίχνονται στα σεμινάρια. Οι προθέσεις τους ωστόσο δεν υποκινούνται σχεδόν ποτέ από φιλομάθεια. Αυτό θα ήταν παρήγορο. Με ιδιοτελή και ολίγον υστερόβουλα κίνητρα στρέφονται στα σεμινάρια νέοι και παλαιότεροι του θεατρικού μας συντάγματος. Το πρώτο είναι να ενισχύσουν το βιογραφικό τους , που το θεωρούν φτωχό μόνο με την αναφορά της δραματικής σχολής που τελείωσαν. Το δεύτερο είναι να πλησιάσουν τον επί κεφαλής του σεμιναρίου, εάν αυτός είναι κάποιος απ’ τους γνωστούς, για να αγοράσουν πιθανότητες να τους κρατήσει κοντά του σε προσεχή διανομή.Το δυσάρεστο είναι πως αυτή η υστεροβουλία, η καπηλεία της φήμης του, είναι και πρόθεση του σεμιναρίστα. Ξέρει την ανασφάλεια των νέων ηθοποιών και ποντάροντας σ’ αυτό ρίχνει στην αγορά το δόλωμα του σεμιναρίου. Και τα ψαράκια τσιμπάνε αβέρτα.


Η καλή ψαριά εξασφαλίζει στον επιτήδειο αλιέα κάτι παραπάνω από μια πλούσια κακαβιά. Στην ψιλή μαρίδα όμως, που πέφτει στην απόχη των σεμιναρίων του, τι εξασφαλίζεται; Σπανίως κάτι ελάχιστο , συνήθως όμως τίποτα. Καταβάλουν τα αφελή μικρόψαρα τα τέλη του σεμιναρίου, ακούνε τετριμμένα η παράδοξα (κάποιος διδάσκει πως οι ρόλοι προσεγγίζονται έχοντας σαν υπόδειγμα κάποιο ζώο, και βάζει τους ηθοποιούς να μιμούνται ένα ζώο για να συνθέσουν έναν θεατρικό χαρακτήρα. Ανήκουστο;) και εξαντλούνται σε σχιζοφρενικούς αυτοσχεδιασμούς. Κι όσο πιο εξωφρενικοί οι αυτοσχεδιασμοί που ζητάει ο μαέστρος του σεμιναρίου, τόσο και πιο πολύ εντυπωσιάζονται τα δόλια τα θεατρικά κουτάβια, που χάσκουν από θαυμασμό νομίζοντας πως μαθαίνουν μυστικά που θα τα κάνουν σπουδαίους ηθοποιούς. Παγίδες να τα πεις, δόκανα η σεμινάρια η αλήθεια είναι πως βρίθουν στο θεατρικό μας παζάρι.


Βοηθάνε καθόλου αυτά τα σεμινάρια; Πιστεύω πως σε κάποιο μικρό βαθμό, ναι. Είναι τόσο ανίδεα τα παιδιά που βγαίνουν απ’ τις σχολές, που οτιδήποτε γύρω απ’ τη θεατρική διαδικασία είναι χρήσιμο. Μπορούμε να ελπίζουμε λοιπόν πως με τα τόσα σεμινάρια θ’ ανέβει το επίπεδο του θεάτρου μας; Εδώ η απάντηση είναι κατηγορηματικά αρνητική. Δεν γίνεται κάποιος ηθοποιός με σεμινάρια. Παρακολουθούσα προ ημερών τον Κώστα Χατζηχρήστο στην παλιά ταινία «Ο μπακαλόγατος». Εχει λοιπόν ο αξέχαστος ένα μονοπλάνο δέκα λεπτών όπου αυτοσχεδιάζει. Ω, μεγάλε θεέ του θεάτρου! Τι πλούτος, τι γυρίσματα, τι ευστροφία υποκριτική, τι απίστευτη πολυμέρεια, τι θησαυρός για τον νέο ηθοποιό. Πήγε ποτέ σε σεμινάριο ο Χατζηχρήστος; Ούτε τη λέξη δεν θα είχε ακούσει. Ούτε από δραματική σχολή πέρασε ποτέ. Το ίδιο και ο μεγάλος Αυλωνίτης. Το ίδιο και ο Φωτόπουλος. Όλοι οι γίγαντες του θεατρικού μας πανθέου, δραματικοί η κωμικοί, κάποιοι πήγαν σε δραματικές σχολές , κανείς όμως δεν πάτησε ποτέ το πόδι του σε σεμινάρια.

Γ. Χατζ.